Ένα σημαντικό βήμα για την αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης και την επιστροφή χιλιάδων κενών ακινήτων στην αγορά αποτελεί το νέο πρόγραμμα ανακαίνισης κατοικιών, συνολικού προϋπολογισμού 480 εκατομμυρίων ευρώ. Η σχετική ψηφιακή πλατφόρμα αναμένεται να τεθεί σε λειτουργία τις επόμενες ημέρες, δίνοντας τη δυνατότητα σε ιδιοκτήτες παλαιών ακινήτων να χρηματοδοτήσουν τις απαιτούμενες εργασίες αποκατάστασης και αναβάθμισης.
Το νέο αυτό εγχείρημα είναι σχεδόν δέκα φορές μεγαλύτερο από το προηγούμενο πρόγραμμα «Ανακαινίζω – Νοικιάζω», το οποίο διέθετε πόρους ύψους 50 εκατομμυρίων ευρώ. Πέρα από την παροχή σημαντικής ρευστότητας, η φιλοσοφία του προγράμματος βασίζεται στη σύνδεση της κρατικής επιδότησης με την υποχρεωτική διάθεση του ακινήτου για ιδιοκατοίκηση ή για μακροχρόνια μίσθωση.
Οι όροι αξιοποίησης και η ευελιξία του προγράμματος
Σύμφωνα με την κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργείων Οικονομικών, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, και Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας, το πρόγραμμα προσφέρει συγκεκριμένες επιλογές και διευκολύνσεις στους δικαιούχους.
Στην περίπτωση που κάποιος κατέχει ή κληρονόμησε ένα παλαιό, κενό σπίτι και στερείται των οικονομικών μέσων για την επισκευή του, μπορεί να λάβει την επιδότηση προκειμένου να κατοικήσει ο ίδιος σε αυτό. Παράλληλα, δίνεται η δυνατότητα ανακαίνισης κατοικιών οι οποίες ήδη ιδιοκατοικούνται, αλλά λόγω παλαιότητας χρήζουν κτιριακής και λειτουργικής αναβάθμισης.
Αν ο ιδιοκτήτης επιθυμεί να αξιοποιήσει το ακίνητο επενδυτικά, υποχρεούται να το εκμισθώσει για μια ελάχιστη περίοδο 5 ετών. Για την προστασία των ενοικιαστών, θεσπίζεται η υποχρέωση να παραμείνει σταθερή η τιμή του ενοικίου τουλάχιστον για τα πρώτα 3 χρόνια της μίσθωσης.
Το πρόγραμμα χαρακτηρίζεται από ευελιξία, καθώς επιτρέπεται σε έναν ιδιοκτήτη που επέλεξε αρχικά την ιδιοκατοίκηση να αλλάξει στη συνέχεια τη χρήση του ακινήτου και να το εκμισθώσει μέσω πενταετούς σύμβασης, χωρίς να του ζητηθεί η επιστροφή του ποσού της επιδότησης.
Οι κόκκινες γραμμές και οι απαγορεύσεις
Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι τα ακίνητα θα καλύψουν τις ανάγκες της στεγαστικής αγοράς, το πλαίσιο του προγράμματος θέτει δύο βασικούς περιορισμούς.
Απαγορεύεται ρητά η μεταπώληση της ανακαινισμένης κατοικίας για διάστημα τουλάχιστον 5 ετών μετά την ολοκλήρωση των εργασιών.
Δεν επιτρέπεται η διάθεση του ακινήτου σε πλατφόρμες βραχυχρόνιας μίσθωσης, καθώς αποκλειστικός στόχος είναι η άμεση ενίσχυση του αποθέματος των σπιτιών που διατίθενται για παραδοσιακή ενοικίαση.
Η εκτίμηση για την αγορά ακινήτων
Φορείς της αγοράς και οικονομικοί αναλυτές εκτιμούν ότι η είσοδος αυτών των αναβαθμισμένων κατοικιών στην αγορά θα λειτουργήσει εξισορροπητικά. Η παρουσία ποιοτικών και ανακαινισμένων σπιτιών αναμένεται να ασκήσει πίεση στα ενοίκια των υπόλοιπων διαθέσιμων ακινήτων, πολλά από τα οποία στερούνται ουσιαστικής συντήρησης για δεκαετίες.
Το πρόγραμμα έρχεται να καλύψει ένα τεράστιο επενδυτικό κενό που δημιουργήθηκε στα χρόνια της οικονομικής κρίσης, όταν η έλλειψη ρευστότητας των νοικοκυριών οδήγησε στην εγκατάλειψη του οικιστικού αποθέματος. Σύμφωνα με σχετική μελέτη της Εθνικής Τράπεζας για τη στεγαστική κρίση, περίπου 250.000 ακίνητα σε όλη την Ελλάδα έχουν καταστεί μη κατοικήσιμα λόγω της μακροχρόνιας απουσίας συντήρησης, παραμένοντας μέχρι σήμερα εκτός αγοράς.
