Επιβεβαιώνοντας τις δηµοσκοπήσεις, τα ακραία δεξιά κόµµατα πέτυχαν εντυπωσιακές νίκες σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, µε πιο εµβληµατική στη Γαλλία της Εθνικής Συσπείρωσης που ίδρυσε η Μαρίν Λεπέν και ήρθε πρώτη, όπως και στις ευρωεκλογές του 2019, αλλά αυτή τη φορά µε υπερδιπλάσιο ποσοστό του δεύτερου. Μαζί µε το εθνικιστικό κόµµα, που ίδρυσε ο Ζεµούρ, άθροισαν πάνω από 35%.
Το κόµµα του προέδρου Εµανουέλ Μακρόν ήρθε δεύτερο, µόλις µία ποσοστιαία µονάδα µπροστά από τους Σοσιαλιστές, που ανέκαµψαν, οδηγώντας τον πρόεδρο Μακρόν να προκηρύξει πρόωρες βουλευτικές εκλογές.
Στη Γερµανία η ακροδεξιά Εναλλακτική για τη Γερµανία κατάφερε να έρθει δεύτερη, αφήνοντας τρίτο το κόµµα του καγκελάριου Όλαφ Σολτς, που µαζί µε τα υπόλοιπα κόµµατα της συγκυβέρνησης µόλις που ξεπέρασαν το 30%. Η αντιπολίτευση έκανε λόγο για αναντιστοιχία της λαϊκής βούλησης µε το Κοινοβούλιο και ζήτησε πρόωρες εκλογές. Η συµµετοχή σε κάποιες χώρες ήταν υψηλότερη των προηγούµενων ευρωεκλογών (σε Γερµανία και Ουγγαρία η υψηλότερη στα χρονικά) και αλλού χαµηλότερη. Στο σύνολο της ΕΕ ξεπέρασε οριακά το 50%, καταγράφοντας µικρή άνοδο σε σχέση µε το 2019.
Ακόµα κι έτσι τα τρία κόµµατα αθροίζουν περί τις 400 από τις 720 έδρες, οπότε υπάρχει πλειοψηφία ικανή να επανεκλέξει πρόεδρο της Κοµισιόν την Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν. Μένει βέβαια να επιτευχθεί η σχετική συµφωνία, αφού ολοκληρωθούν τα παζάρια για τις διάφορες θέσεις.
Μεγάλοι χαµένοι είναι οι Πράσινοι που υποχωρούν από τις 72 έδρες προς το επίπεδο των 50 εδρών. Κερδισµένα τα δύο κόµµατα στα δεξιά του ΕΛΚ, µε τους Ευρωπαίους Συντηρητικούς και Μεταρρυθµιστές να αποσπούν 70 έδρες (από 69) και την ευρωοµάδα Ταυτότητα και ∆ηµοκρατία 60 έδρες (από 49). Η Αριστερά παρέµεινε στο επίπεδο των 37 εδρών, ενώ περίπου 100 ευρωβουλευτές δεν εντάσσονται σε κάποια από τις υπάρχουσες ευρωοµάδες.
Ο επικεφαλής του ΕΛΚ, Μάνφρεντ Βέµπερ, κάλεσε τους Σοσιαλδηµοκράτες και τα κεντρώα κόµµατα να «ενταχθούν στη συµµαχία µας υπέρ της δηµοκρατίας», ενώ ο αντιπρόεδρος των Σοσιαλδηµοκρατών, Πέδρο Μάρκες, έθεσε ως όρο «να µη συµµετέχουν κόµµατα της σκληρής ∆εξιάς».
