Του Βαγγέλη Πρίφτη
Τα αποτελέσματα των αμερικανικών εκλογών αλλάζουν τις πολιτικές και οικονομικές ισορροπίες του πλανήτη. Φυσικά, η Ελλάδα, ως χώρα που ανήκει στον «δυτικό κόσμο» επηρεάζεται σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό από τον άνθρωπο που θα βρεθεί στον Λευκό Οίκο. Τα ελληνοτουρκικά, οι σχέσεις ΗΠΑ – ΕΕ, η διαχείριση των συγκρούσεων στην Ουκρανία και στη Γάζα και οι πολιτικές του ΝΑΤΟ είναι μερικά από τα ζήτημα που διαμορφώνονται με διαφορετικό τρόπο ανάλογα με την κυβέρνηση της Ουάσιγκτον.
Λίγο ή πολύ ξέρουμε τις πολιτικές που ο Τζο Μπάιντεν και ο Ντόναλντ Τραμπ ακολουθούν σε ιδεολογικό επίπεδο. Πλέον και οι δύο υποψήφιοι έχουν εξαντλήσει από μια τετραετία και η διακυβέρνηση τους έχει φέρει αποτελέσματα στις διεθνείς σχέσεις. Ο δημοκρατικός Τζο Μπάιντεν αντιτίθεται σθεναρά στις αντιδυτικές και αντιδημοκρατικές πρακτικές των Πούτιν, Σι Τζινπίνγκ και Κίμ Γιονγκ Ουν, ενώ ο Τραμπ προσπαθεί να διατηρεί ισορροπίες ισχύος με την Ρωσία και την Κίνα.
Στα ελληνοτουρκικά, επί διακυβέρνησης Μπάιντεν η Ελλάδα ευνοήθηκε από το Οβάλ Γραφείο με το Αιγαίο Πέλαγος να παραμένει θάλασσα ειρήνης και συνεννόησης με την Τουρκία. Επί Ντόναλντ Τραμπ, ο Ταγίπ Ερντογάν είχε περισσότερες επιλογές, αφού υπήρξε πολιτικός φίλος του Ρεπουμπλικάνου προέδρου. Ωστόσο, σε μια περίοδο με δύο συνεχιζόμενες συγκρούσεις στην ευρύτερη περιοχή της Ευρασίας, ο νικητής θα προωθήσει την νηνεμία στην Ανατολική Μεσόγειο και το Αιγαίο.
Η σύγκρουση στην Ουκρανία έχει δημιουργήσει στην Ελλάδα προβλήματα, τα οποία αφορούν θέματα ασφάλειας αλλά και οικονομικά ζητήματα. Η ακρίβεια των προϊόντων συνδέεται με τη διακοπή των εμπορικών σχέσεων με την Ουκρανία και την Ρωσία. Επίσης, η ενίσχυση της Ουκρανίας σε οικονομικό και εξοπλιστικό επίπεδο αποτελεί σίγουρα έναν βραχνά για την ταλαιπωρημένη ελληνική οικονομία. Ο Τζο Μπάιντεν είναι διατεθειμένος να συνεχίσει τον πόλεμο με όλα τα μέσα, ενώ ο Ντόναλντ Τραμπ έχει υποσχεθεί να λήξει τον πόλεμο άμεσα. Σε οποιαδήποτε περίπτωση, η Ελλάδα θα πρέπει να είναι έτοιμη.
Η ισχύς του ΝΑΤΟ είναι στρατηγικής σημασίας για την Ελλάδα και την Ευρώπη. Το μεγαλύτερο αντίβαρο στην ρωσική επιθετικότητα είναι απλά και μόνο η ύπαρξη του. Αυτή δεν μπορεί να λογίζεται χωρίς την συμμετοχή των ΗΠΑ. Αναλυτές θεωρούν πως ο Ρεπουμπλικάνος υποψήφιος ενδέχεται να μειώσει την εμπλοκή της υπερδύναμης στη συμμαχία, κάτι το οποίο είχε απειλήσει να κάνει και στην πρώτη του θητεία. Από την άλλη, ο αντίπαλος του είναι σταθερά υπέρμαχος της διατλαντικής συνεργασίας και σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ο Τζο Μπάιντεν είναι υπό σοβαρή αμφισβήτηση μετά από διάφορες «γκάφες», στις οποίες έχει υποπέσει, οι οποίες αποδίδονται στην ηλικία του και τα προβλήματα υγείας του. Από την άλλη, όμως, ο αντίπαλος του δεν έχει καταφέρει να τις εκμεταλλευτεί, με τις δημοσκοπήσεις να δείχνουν ελάχιστες διαφορές μεταξύ των δύο υποψηφίων. Ακόμα και αν οι αμερικανικές εκλογές αλλάξουν τις ισορροπίες, η Ελληνική Κυβέρνηση θα πρέπει να συνεχίσει την δυναμική εξωτερική πολιτική με έμφαση την περιφερειακή σταθερότητα.
