Σε ηλικία 95 ετών, ο Αρχιεπίσκοπος Τιράνων, Δυρραχίου και πάσης Αλβανίας, Αναστάσιος, άφησε την τελευταία του πνοή. Ο ιεράρχης είχε εισαχθεί σε νοσοκομείο των Τιράνων λόγω μιας ίωσης που τον ταλαιπωρούσε από τις 30 Δεκεμβρίου. Στις 3 Ιανουαρίου, κρίθηκε απαραίτητη η μεταφορά του στην Αθήνα, όπου νοσηλεύτηκε στο νοσοκομείο Ευαγγελισμός.
Ο Αναστάσιος Γιαννουλάτος, όπως ήταν το κοσμικό του όνομα, υπηρέτησε ως ένας φωτισμένος ιεράρχης και διακεκριμένος πανεπιστημιακός δάσκαλος. Ήταν υποψήφιος για το Νόμπελ Ειρήνης κατά τη διάρκεια του πολέμου στο Κοσσυφοπέδιο και είναι γνωστός για την αναγέννηση της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Αλβανία. Η συνεισφορά του δεν περιοριζόταν μόνο στον θρησκευτικό τομέα, καθώς είχε σημαντικό ιεραποστολικό, κοινωνικό και συγγραφικό έργο. Η απώλειά του αφήνει ένα μεγάλο κενό στην εκκλησία και την κοινωνία της Αλβανίας, αλλά η κληρονομιά του θα συνεχίσει να εμπνέει πολλές γενιές.
Ο Αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος Τιράνων, Δυρραχίου και πάσης Αλβανίας γεννήθηκε στις 4 Νοεμβρίου 1929 στον Πειραιά της Ελλάδας. Το 1947 ολοκλήρωσε με άριστα τη μέση εκπαίδευση και το 1953 αποφοίτησε από το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Στη συνέχεια, μεταξύ 1965-1969, πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στην Ιστορία των Θρησκειών, την Εθνολογία, την Ιεραποστολική και την Αφρικανολογία στα Πανεπιστήμια του Αμβούργου και του Μάρμπουργκ. Επιπλέον, διεξήγαγε έρευνες στο Πανεπιστήμιο Makerere στην Καμπάλα της Ουγκάντας με υποτροφία του γερμανικού Ιδρύματος «Alexander von Humboldt». Το 1970, έλαβε τον τίτλο του Διδάκτορα Τιμής Ένεκεν από τη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών με διάκριση Summa cum laude.
Έχει μελετήσει διάφορες θρησκείες, όπως Ινδουισμό, Βουδισμό, Ταοϊσμό, Κομφουκιανισμό, αφρικανικές θρησκείες και Ισλάμ, στις χώρες όπου αυτές ανθούν, όπως Ινδία, Ταϊλάνδη, Σρι Λάνκα, Κορέα, Ιαπωνία, Κίνα, Κένυα, Ουγκάντα, Τανζανία, Νιγηρία, Βραζιλία, Καραϊβική, Λίβανος, Συρία, Αίγυπτος και Τουρκία. Εκτός από τα νέα και αρχαία ελληνικά, γνωρίζει αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά και έχει γνώσεις λατινικών, ιταλικών, ισπανικών, ρωσικών, σουαχίλι και αλβανικών.
Δίδαξε ως υπεύθυνος διδασκαλίας της Νέας Ελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο του Μάρμπουργκ (1966-1969). Στη συνέχεια, υπηρέτησε ως Αναπληρωτής Καθηγητής (1972-1976) και Καθηγητής Ιστορίας των Θρησκειών στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1976-1996), όπου από το 1996 είναι Ομότιμος Καθηγητής. Κατά τη διάρκεια της πανεπιστημιακής του σταδιοδρομίας, διετέλεσε Διευθυντής του Τμήματος Επιστήμης της Θρησκείας και Κοινωνιολογίας (1983-1986), Κοσμήτορας της Θεολογικής Σχολής και μέλος της Συγκλήτου (1983-1986), καθώς και μέλος της Επιτροπής Έρευνας του Πανεπιστημίου (1986-1990). Παράλληλα, οργάνωσε και διηύθυνε το «Κέντρο Ιεραποστολικών Σπουδών» (1971-1976) και το «Διαρθόδοξο Κέντρο Αθηνών» της Εκκλησίας της Ελλάδος (1971-1975).
Χειροτονήθηκε Διάκονος στις 7 Αυγούστου 1960, Πρεσβύτερος-Αρχιμανδρίτης στις 24 Μαΐου 1964 και Επίσκοπος Ανδρούσης στις 19 Νοεμβρίου 1972, αναλαμβάνοντας τη θέση του Γενικού Διευθυντή της «Αποστολικής Διακονίας» της Εκκλησίας της Ελλάδος. Το 1992 εξελέγη Μητροπολίτης και Αρχιεπίσκοπος της Αυτοκέφαλης Ορθόδοξης Εκκλησίας της Αλβανίας.
Η διεθνής ιεραποστολική του δραστηριότητα υπήρξε αξιοσημείωτη. Από το 1981 έως το 1991 υπηρέτησε ως Τοποτηρητής της Ιεράς Επισκοπής Ειρηνουπόλεως στην Ανατολική Αφρική (Κένυα, Ουγκάντα, Τανζανία). Ίδρυσε και διηύθυνε την Πατριαρχική Σχολή «Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Μακάριος», χειροτόνησε 62 Αφρικανούς κληρικούς και 42 αναγνώστες-κατηχητές από οκτώ αφρικανικές φυλές, ενώ προώθησε τη μετάφραση της Θείας Λειτουργίας σε τέσσερις αφρικανικές γλώσσες.
Το 1991 διορίστηκε Πατριαρχικός Έξαρχος στην Αλβανία και το 1992 εξελέγη Αρχιεπίσκοπος. Παρά τις τεράστιες δυσκολίες, πέτυχε την αναστήλωση της Αυτοκέφαλης Ορθόδοξης Εκκλησίας της Αλβανίας. Οργάνωσε πάνω από 400 ενορίες, ίδρυσε τη Θεολογική Ακαδημία «Η Ανάσταση του Χριστού» στο Δυρράχιο, ιερατικές σχολές, σχολές βυζαντινής μουσικής και μετέφρασε λειτουργικά βιβλία. Χειροτόνησε 168 Αλβανούς κληρικούς και συνέβαλε στην κατασκευή 150 νέων ναών, την αναστήλωση 70 ιστορικών εκκλησιών-μνημείων και την ανακαίνιση περισσότερων από 160 υφιστάμενων ναών. Επίσης, ανέγειρε 70 εκκλησιαστικά κτίρια, συμπεριλαμβανομένων μητροπολιτικών κέντρων, σχολείων, ιατρικών κέντρων και κατασκηνώσεων, φτάνοντας συνολικά τα 450 κτίσματα.
Στην ανθρωπιστική και κοινωνική του προσφορά, διοργάνωσε μεγάλης κλίμακας προγράμματα, συμπεριλαμβανομένης της βοήθειας προς 33.000 Κοσοβάρους πρόσφυγες το 1999. Ίδρυσε ιατρικά κέντρα, πανεπιστήμιο, σχολεία, τεχνικά λύκεια και προγράμματα αγροτικής ανάπτυξης. Ως ιδρυτικό μέλος του Διαθρησκειακού Συμβουλίου της Αλβανίας, συνέβαλε ουσιαστικά στη βελτίωση των ελληνοαλβανικών σχέσεων.
Έχει τιμηθεί με πλήθος διακρίσεων, όπως ο Μεγαλόσταυρος του Τάγματος της Τιμής της Ελληνικής Δημοκρατίας, το Βραβείο «Αθηναγόρας» για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, το Μετάλλιο του Αγίου Ανδρέα του Οικουμενικού Πατριαρχείου και πολλές άλλες διεθνείς αναγνωρίσεις. Το 2000 προτάθηκε για το Νόμπελ Ειρήνης. Έχει συγγράψει δεκάδες επιστημονικά έργα, μελετήματα και άρθρα σε διάφορες γλώσσες, αφήνοντας μια τεράστια πνευματική και ακαδημαϊκή παρακαταθήκη.
