H πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), Κριστίν Λαγκάρντ στην καθιερωμένη Συνέντευξη Τύπου μετά την απόφαση του ΔΣ να ανακοινώσει την μείωση επιτοκίων κατά 0,25% έκανε την εκτίμησή πως η σχεδιαζόμενη αύξηση των αμυντικών δαπανών θα συμβάλει στην ανάπτυξη της Ευρωζώνης αλλά μπορεί να οδηγήσει και σε νέα κλιμάκωση του πληθωρισμού. Επισήμανε επίσης πως η αβεβαιότητα σε Ευρώπη και εξωτερικό είναι υψηλή λόγω των έντονων γεωπολιτικών εξελίξεων.
To Διοικητικό Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) αποφάσισε να μειώσει τα τρία επιτόκια κατά 25 μονάδες βάσης στηριζόμενο στην επικαιροποιημένη αξιολόγηση του outlook του πληθωρισμού, της δυναμικής του υποκείμενου πληθωρισμού και της ισχύς του μηχανισμού μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής, τόνισε η Κριστίν Λαγκάρντ.
Η διαδικασία μείωσης του πληθωρισμού συνεχίζεται, τόνισε στην καθιερωμένη συνέντευξη τύπου μετά το πέρας της συνεδρίασης του Διοικητικού Συμβουλίου. Ο πληθωρισμός εξακολουθεί να κινείται σε ευθυγράμμιση με τις προβλέψεις των οικονομολόγων της ΕΚΤ, πρόσθεσε η Λαγκάρντ.
Όπως σημείωσε, η ΕΚΤ προβλέπει τώρα ότι ο πληθωρισμός θα διαμορφωθεί στο 2,3% το 2025, στο 1,9% το 2026 και 2% το 2027. Η ίδια σημείωσε ότι η ανοδική αναθεώρηση του πληθωρισμού για τη φετινή χρονιά αντανακλά τις μεγαλύτερες πιέσεις στις τιμές στην ενέργεια.
Για τον δομικό πληθωρισμό, ο οποίος δεν λαμβάνει υπόψη τις ευμετάβλητες κατηγορίες των τροφίμων και της ενέργειας, η ΕΚΤ προβλέπει ότι θα κινηθεί στο 2,2% το 2025, 2% το 2026 και 1,9% το 2027.
Η ίδια επανέλαβε ότι οι περισσότερες μετρήσεις δείχνουν ότι ο πληθωρισμός θα σταθεροποιηθεί κοντά στον στόχο του 2%.
Πρόσθεσε, επίσης, ότι ο εγχώριος πληθωρισμός παραμένει υψηλός επειδή οι μισθοί και οι τιμές σε διάφορους τομείς εξακολουθούν να προσαρμόζονται στην προηγούμενη πληθωριστική άνοδο με σημαντική καθυστέρηση. Υπογράμμισε, ωστόσο, ότι η άνοδος των μισθών μετριάζεται σύμφωνα με τις προβλέψεις.
Η Λαγκάρντ τόνισε ότι η νομισματική πολιτική της ΕΚΤ γίνεται λιγότερο περιοριστική καθώς οι μειώσεις επιτοκίων καθιστούν τον νέο δανεισμό λιγότερο ακριβό για τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά και η πιστωτική επέκταση ανεβάζει ρυθμούς.
Την ίδια στιγμή, σημείωσε η πρόεδρος της ΕΚΤ, ένας «αντίθετος άνεμος» στη χαλάρωση των χρηματοοικονομικών συνθηκών προέρχεται από τις προηγούμενες αυξήσεις επιτοκίων οι οποίες εξακολουθούν να μεταδίδονται στην οικονομία και ο δανεισμός παραμένει υποτονικός.
H Λαγκάρντ προειδοποίησε ότι η οικονομία της ευρωζώνης εξακολουθεί να είναι αντιμέτωπη με σημαντικές προκλήσεις, λέγοντας ότι η ΕΚΤ υποβάθμισε χαμηλότερα την πρόβλεψη για την ανάπτυξη στο 0,9% για το 2025, στο 1,2% για το 2026 και στο 1,3% για το 2027.
Η πτώση των εξαγωγών
Σύμφωνα με την ίδια, η καθοδική αναθεώρηση ανάπτυξης της Ευρωζώνης οφείλεται στην πτώση των εξαγωγών, του χαμηλότερου ρυθμού επενδύσεων αλλά και τις διαταραχές στο εμπόριο. «Αυτή η κατάσταση επιβαρύνει την ανάπτυξη περισσότερο από ό,τι αναμενόταν προηγουμένως» υπογράμμισε. Επιμένοντας στο μέτωπο του πληθωρισμού, εξέφρασε την πεποίθησή της πως θα επιστρέψει βιώσιμα στον μεσοπρόθεσμο στόχο της ΕΚΤ, στο 2%, ενώ οι αυξήσεις μισθών παρουσιάζουν πιο ήπιες πιέσεις στις τιμές.
Παράλληλα, εξέπεμψε εκ νέου το μήνυμα πως το ξέσπασμα ενός εμπορικού πολέμου με επιβολή δασμών και αντιμέτρων θα έκανε ακόμη πιο αβέβαιες τις προοπτικές για τον πληθωρισμό στη ζώνη του ευρώ. Όσον αφορά τη δημοσιονομική πολιτική, χαιρέτισε και πάλι την ατζέντα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και επανέλαβε την έκκληση της ΕΚΤ για μεταρρυθμίσεις που ενισχύουν την ανάπτυξη και στρατηγικές επενδύσεις.
Ταυτόχρονα, υποστήριξε πως η αύξηση των αμυντικών δαπανών από τα κράτη – μέλη της ΕΕ θα μπορούσε να συμβάλλει στην ανάπτυξη, χωρίς να κάνει σαφή αναφορά στην αλλαγή πλεύσης στην Γερμανία. «Μια ώθηση στις δαπάνες για την άμυνα και τις υποδομές θα μπορούσε επίσης να ανεβάσει τον πληθωρισμό μέσω της επίδρασής του στη συνολική ζήτηση» ανέφερε.
«Όμως, ο πληθωρισμός μπορεί να εκπλήξει αρνητικά εάν η νομισματική πολιτική περιορίσει τη ζήτηση περισσότερο από το αναμενόμενο» επεσήμανε, προσθέτοντας πως η άνοδος της απασχόλησης παρέμεινε υποτονική τους δύο πρώτους μήνες του 2025. Επανέλαβε για πολλοστή φορά πως οι αποφάσεις της ΕΚΤ δεν είναι προκαθορισμένες, καθώς λαμβάνονται από συνεδρίαση σε συνεδρίαση, δεδομένων των προκλήσεων και των εξελίξεων που τρέχουν με φρενήρεις ρυθμούς.
