Ο Ντόναλντ Τραμπ, από την πρώτη του εκλογή το 2016, είχε θέσει ως προτεραιότητα την οικονομική αντιπαράθεση με την Κίνα, βλέποντας την άνοδο του Πεκίνου ως μείζονα απειλή για την αμερικανική οικονομική και γεωπολιτική κυριαρχία. Οικονομικά εργαλεία όπως οι δασμοί αποτέλεσαν κεντρικό άξονα της πολιτικής του, σε μια προσπάθεια να αναχαιτίσει τη δυναμική της Κίνας, παρά τις επιπτώσεις στην αμερικανική και παγκόσμια οικονομία.
Η πολιτική Τραμπ χαρακτηρίζεται από μία σαφή στροφή προς τον απομονωτισμό, υπονομεύοντας συμμαχίες και θεσμούς που οι ΗΠΑ είχαν οικοδομήσει τις τελευταίες δεκαετίες. Παρά τη σωστή διάγνωση του κινδύνου, ο τρόπος εφαρμογής της στρατηγικής του Τραμπ φαίνεται να ενισχύει ακούσια τη θέση του αντιπάλου. Ο εμπορικός πόλεμος με την Κίνα και η μονομερής προσέγγισή του στο διεθνές εμπόριο προκαλούν ανακατατάξεις, ενώ παραδοσιακοί σύμμαχοι όπως η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα αναγκάζονται να επαναπροσδιορίσουν τις θέσεις τους έναντι των ΗΠΑ.
Η στάση της Κίνας δείχνει ότι, αν και οι αμερικανικοί δασμοί πλήττουν την οικονομία της, το Πεκίνο είναι διατεθειμένο να απορροφήσει το κόστος. Επιπλέον, οι πιέσεις από το εξωτερικό προσφέρουν στην κινεζική κυβέρνηση ένα ισχυρό εσωτερικό αφήγημα, αποπροσανατολίζοντας από τα μεγάλα κοινωνικοοικονομικά προβλήματα που αντιμετωπίζει. Το αφήγημα του «εξωτερικού εχθρού» λειτουργεί ως εργαλείο συσπείρωσης της κοινής γνώμης σε μια περίοδο κατά την οποία οι κοινωνικές ανισότητες βαθαίνουν.
Ο Τραμπ, στην προσπάθειά του να διασφαλίσει την αμερικανική υπεροχή, φαίνεται να κινείται χωρίς τη συναίνεση ή την υποστήριξη παραδοσιακών συμμάχων, υπονομεύοντας τις ίδιες τις βάσεις του δυτικού οικονομικού και γεωπολιτικού συστήματος. Οι εμπορικές συγκρούσεις, αν και προσωρινά επιβαρύνουν την Κίνα, μακροπρόθεσμα ενδέχεται να προκαλέσουν απρόβλεπτες και επικίνδυνες αλλαγές στη διεθνή τάξη.
Ο συνολικός απολογισμός της πολιτικής Τραμπ απέναντι στην Κίνα παραμένει αμφιλεγόμενος: από τη μία πλευρά αναγνωρίζεται η ανάγκη αντιμετώπισης της κινεζικής απειλής, από την άλλη όμως, ο τρόπος υλοποίησης εγείρει ερωτήματα για την πραγματική ενίσχυση της αμερικανικής θέσης στον παγκόσμιο ανταγωνισμό.
