Σε μια κοινή δήλωση υψηλού συμβολισμού, οι Ευρωπαίοι ηγέτες και η Ευρωπαϊκή Ένωση δεσμεύτηκαν να συνεχίσουν τη στήριξη προς την Ουκρανία και να κλιμακώσουν την πίεση απέναντι στη Ρωσία, μέχρι να επιτευχθεί μια δίκαιη και βιώσιμη ειρήνη.
Η ανακοίνωση ήρθε στον απόηχο της συνάντησης κορυφής Τραμπ – Πούτιν στην Αλάσκα, με τους Ευρωπαίους να δηλώνουν έτοιμοι να συμμετάσχουν σε μια τριμερή σύνοδο, αλλά ταυτόχρονα να στέλνουν σαφές μήνυμα ότι δεν πρόκειται να γίνουν ανεκτές υποχωρήσεις σε βάρος της κυριαρχίας και της εδαφικής ακεραιότητας της Ουκρανίας.
Η δέσμευση των Ευρωπαίων ηγετών
Ο πρόεδρος της Γαλλίας Εμανουέλ Μακρόν, η πρωθυπουργός της Ιταλίας Τζόρτζια Μελόνι, ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς, ο Βρετανός πρωθυπουργός Κιρ Στάρμερ, ο πρόεδρος της Φινλανδίας Αλεξάντερ Σταμπ, ο Πολωνός πρωθυπουργός Ντόναλντ Τουσκ, ο Πορτογάλος πρόεδρος Μαρσέλο Ρεμπέλο ντε Σόουζα, καθώς και η πρόεδρος της Κομισιόν Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, υπέγραψαν την κοινή δήλωση με σαφές μήνυμα: «Η Ουκρανία μπορεί να υπολογίζει στην ακλόνητη αλληλεγγύη μας».
Οι Ευρωπαίοι χαιρέτισαν τις προσπάθειες του Τραμπ να προωθήσει μια διαπραγμάτευση που θα σταματήσει την αιματοχυσία και τόνισαν ότι υποστηρίζουν την ιδέα τριμερούς συνόδου κορυφής ΗΠΑ–Ουκρανίας–Ρωσίας, εφόσον αυτή μπορεί να οδηγήσει σε μια «δίκαιη και βιώσιμη ειρήνη». Παράλληλα, δεσμεύτηκαν ότι όσο συνεχίζεται ο πόλεμος, θα ενισχύσουν το καθεστώς κυρώσεων κατά της Μόσχας και θα διατηρήσουν την πίεση στη ρωσική οικονομία.
Οι πρώτες αντιδράσεις στην Ευρώπη
Η πρόεδρος της Κομισιόν, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, τόνισε την ανάγκη για «εγγυήσεις που θα διασφαλίζουν τα ζωτικά συμφέροντα της Ουκρανίας και της Ευρώπης στον τομέα της ασφάλειας», δείχνοντας ότι η ΕΕ προτίθεται να στηρίξει σθεναρά το Κίεβο και σε μελλοντικές διαπραγματεύσεις.
Στη Γερμανία, ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς συγκάλεσε έκτακτο άτυπο υπουργικό συμβούλιο μέσω τηλεδιάσκεψης, προκειμένου να ενημερώσει τους υπουργούς του για τα αποτελέσματα της συνάντησης Τραμπ–Πούτιν. Σύμφωνα με πληροφορίες της BILD, η γερμανική κυβέρνηση θεωρεί ότι η ευρωπαϊκή συμμετοχή σε μια ενδεχόμενη συμφωνία θα είναι καθοριστική.
Στον αντίποδα, η υπουργός Άμυνας της Τσεχίας, Γιάνα Τσερνοσοβά, δήλωσε ότι «οι συνομιλίες στην Αλάσκα απέδειξαν πως ο Πούτιν δεν επιζητεί την ειρήνη αλλά την αποδυνάμωση της Δύσης». Με σκληρή γλώσσα, υπογράμμισε ότι η Δύση πρέπει να παραμείνει ενωμένη και να συνεχίσει να ενισχύει την Ουκρανία στρατιωτικά και πολιτικά.
Διχογνωμίες αλλά και ενιαία γραμμή στήριξης
Παρότι η πλειονότητα των Ευρωπαίων ηγετών κινήθηκε σε μια γραμμή ενότητας και στήριξης προς το Κίεβο, δεν έλειψαν και οι διαφοροποιήσεις στον τόνο. Ο Ούγγρος πρωθυπουργός Βίκτορ Όρμπαν χαιρέτισε με ενθουσιασμό τη συνάντηση Τραμπ–Πούτιν, δηλώνοντας ότι «ο κόσμος είναι ασφαλέστερος σήμερα από ό,τι χθες». Αντίθετα, ο Νορβηγός ΥΠΕΞ Έσπεν Μπαρτ Έιντε τόνισε ότι «η Ρωσία πρέπει να αντιμετωπίσει ακόμα μεγαλύτερη πίεση».
Ωστόσο, η κοινή δήλωση κλείνει κάθε περιθώριο αμφιβολίας: οι Ευρωπαίοι παραμένουν αποφασισμένοι να στηρίξουν την Ουκρανία μέχρι τέλους, διασφαλίζοντας ότι η όποια ειρηνευτική διαδικασία δεν θα αφήσει χώρο σε ρωσικές παρεμβάσεις ή «βέτο» στην πορεία της χώρας προς την ΕΕ και το ΝΑΤΟ.
Η επόμενη μέρα μετά την Αλάσκα
Οι Ευρωπαίοι ηγέτες αξιολόγησαν τη συνάντηση Τραμπ – Πούτιν στην Αλάσκα ως ένα βήμα που άνοιξε συζητήσεις, αλλά δεν έδωσε σαφείς απαντήσεις για το μέλλον του πολέμου. Ο Αμερικανός πρόεδρος ενημέρωσε για τις επαφές του και με τον Ουκρανό πρόεδρο Βολοντίμιρ Ζελένσκι, με το βλέμμα στραμμένο σε μια πιθανή τριμερή συνάντηση. Ωστόσο, η στάση του Πούτιν δείχνει πως επιδιώκει συνολική συμφωνία με όρους που ενδέχεται να δυσκολέψουν τον διάλογο, αφήνοντας ανοιχτά τα πιο δύσκολα ζητήματα, όπως τα εδαφικά.
Οι προειδοποιήσεις προς τη Μόσχα
Η ΕΕ και οι Ευρωπαίοι ηγέτες έστειλαν σαφές μήνυμα ότι όσο συνεχίζεται η ρωσική επιθετικότητα, η πίεση θα κλιμακώνεται. Οι κυρώσεις και τα οικονομικά μέτρα θα ενισχυθούν, με στόχο να πλήξουν τη ρωσική πολεμική μηχανή και να αυξήσουν το κόστος της συνέχισης των εχθροπραξιών. Ταυτόχρονα, υπογραμμίζουν ότι η Ρωσία δεν μπορεί να έχει δικαίωμα βέτο στις στρατηγικές επιλογές της Ουκρανίας, ούτε να αλλοιώσει τα διεθνώς αναγνωρισμένα σύνορά της με τη βία.
