Μετά από 30 χρόνια αποχής, οι Ηνωμένες Πολιτείες επιστρέφουν στις πυρηνικές δοκιμές, ανοίγοντας ένα νέο κεφάλαιο στην παγκόσμια συζήτηση για τα όρια της στρατηγικής ισορροπίας. Η απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ επαναφέρει το φάσμα ενός πυρηνικού ανταγωνισμού που ο κόσμος πίστευε ότι είχε αφήσει πίσω του.

Επιστροφή στις δοκιμές μετά από τριάντα χρόνια
Σε μια ανακοίνωση που αιφνιδίασε τη διεθνή κοινότητα, ο πρώην πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, γνωστοποίησε μέσω της πλατφόρμας Truth Social ότι έχει δώσει εντολή στο Πεντάγωνο να ξεκινήσει εκ νέου τις δοκιμές πυρηνικών όπλων.
«Λόγω των προγραμμάτων άλλων χωρών, έδωσα εντολή να αρχίσουμε τις δοκιμές των πυρηνικών μας όπλων σε ίση βάση», ανέφερε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας ότι οι διαδικασίες θα ξεκινήσουν «άμεσα».
Η τελευταία πυρηνική δοκιμή των Ηνωμένων Πολιτειών είχε πραγματοποιηθεί το 1992. Έκτοτε, η Ουάσιγκτον στηρίζεται σε υπολογιστικά μοντέλα και μη εκρηκτικές μεθόδους για την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του πυρηνικού της οπλοστασίου.
Αβεβαιότητα και διεθνείς αντιδράσεις
Η ανακοίνωση προκάλεσε έντονες αντιδράσεις διεθνώς. Η Κίνα κάλεσε τις ΗΠΑ να τηρήσουν τις δεσμεύσεις τους στο Πλήρες Μορατόριουμ Δοκιμών Πυρηνικών Όπλων, ενώ η Ρωσία προειδοποίησε ότι «θα αντιδράσει ανάλογα» σε περίπτωση αμερικανικής απόκλισης από τη συμφωνία.
Αναλυτές επισημαίνουν πως η δήλωση Τραμπ ενδέχεται να έχει περισσότερο πολιτικό παρά τεχνικό βάρος, λειτουργώντας ως μήνυμα προς τις άλλες πυρηνικές δυνάμεις ότι οι ΗΠΑ δεν προτίθενται να μείνουν θεατές σε μια κούρσα εξοπλισμών.
Κίνδυνος νέου πυρηνικού ανταγωνισμού
Μέχρι σήμερα, οι περισσότερες χώρες με πυρηνικά όπλα περιορίζουν τις δοκιμές τους σε συστήματα εκτόξευσης, χωρίς να πραγματοποιούν εκρήξεις. Η Βόρεια Κορέα αποτελεί την εξαίρεση, με τελευταία δοκιμή το 2017.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις του BBC, μια αμερικανική επιστροφή στις εκρήξεις θα μπορούσε να πυροδοτήσει νέα εποχή πυρηνικής καχυποψίας, με πιθανή εμπλοκή της Ρωσίας και της Κίνας.
«Αν επανέλθει το στοιχείο των πραγματικών δοκιμών, τότε η σταθερότητα που κρατήθηκε τόσα χρόνια μπορεί να διαλυθεί σε λίγους μήνες», αναφέρει δυτικός αξιωματούχος με γνώση των διεθνών συνομιλιών.
Ποια χώρα διαθέτει τα περισσότερα πυρηνικά
Παρά τον ισχυρισμό του Τραμπ ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν το μεγαλύτερο οπλοστάσιο, τα στοιχεία του Stockholm International Peace Research Institute (SIPRI) δείχνουν το αντίθετο.
Η Ρωσία κατέχει σήμερα 5.459 πυρηνικές κεφαλές, οι ΗΠΑ 5.177, ενώ η Κίνα ακολουθεί με περίπου 600. Στην ευρωπαϊκή ήπειρο, η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο διατηρούν 290 και 225 αντίστοιχα.
Τα παγκόσμια αποθέματα πυρηνικών κεφαλών έφτασαν στο αποκορύφωμά τους το 1986, με πάνω από 70.000 κεφαλές, οι περισσότερες στη Σοβιετική Ένωση και τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά έκτοτε έχουν μειωθεί σε περίπου 12.000, οι περισσότερες από τις οποίες εξακολουθούν να βρίσκονται στη Ρωσία και τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η Κίνα είναι η τρίτη μεγαλύτερη πυρηνική δύναμη με 600 κεφαλές, η Γαλλία έχει 290, το Ηνωμένο Βασίλειο 225, η Ινδία 180, το Πακιστάν 170, το Ισραήλ 90 και η Βόρεια Κορέα 50, σύμφωνα με την Ομοσπονδία Αμερικανών Επιστημόνων.
Η Ρωσία, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Κίνα θεωρείται πως έχουν προχωρήσει στον εκσυγχρονισμό των πυρηνικών οπλοστασίων τους.
Η διαφορά ανάμεσα στις δύο μεγάλες δυνάμεις είναι μικρή, ωστόσο το ζήτημα των δοκιμών αποκτά συμβολική διάσταση, καθώς δείχνει ποιος διαμορφώνει τους κανόνες στο πεδίο των εξοπλισμών.
Το μήνυμα πίσω από την απόφαση
Παρότι η αμερικανική κυβέρνηση δεν έχει αποσαφηνίσει αν οι δοκιμές θα αφορούν τις ίδιες τις κεφαλές ή μόνο τα συστήματα εκτόξευσης, ειδικοί εκτιμούν ότι πρόκειται περισσότερο για επικοινωνιακή επίδειξη ισχύος.
«Δεν χρειάζεσαι πραγματικές εκρήξεις για να δείξεις ποιος έχει τον έλεγχο αρκεί να το δηλώσεις τη σωστή στιγμή», σημειώνει διεθνής αναλυτής ασφαλείας, υπογραμμίζοντας τη σημασία της χρονικής συγκυρίας, λίγο πριν τη συνάντηση Τραμπ – Σι Τζινπίνγκ.
Η επιστροφή των Ηνωμένων Πολιτειών στις πυρηνικές δοκιμές μπορεί να μην αλλάξει άμεσα τις ισορροπίες ισχύος, αλλά αλλάζει κάτι βαθύτερο,την ψυχολογία της αποτροπής.
Σε έναν κόσμο όπου η γεωπολιτική σταθερότητα μοιάζει πιο εύθραυστη από ποτέ, η επαναφορά της “πυρηνικής ρητορικής” υπενθυμίζει ότι οι μεγάλες δυνάμεις εξακολουθούν να μετρούν επιρροή όχι μόνο με λόγια αλλά και με κιλοτόνους.

