Τα αρχεία που βλέπουν το φως της δημοσιότητας επαναφέρουν στο προσκήνιο το πιο βασικό ερώτημα γύρω από τον Τζέφρι Έπσταϊν, πώς ένας άνθρωπος χωρίς πανεπιστημιακό πτυχίο και χωρίς δημόσια επιχειρηματική αυτοκρατορία κατάφερε να αποκτήσει τεράστια οικονομική ισχύ, πολιτική πρόσβαση και διεθνές δίκτυο επιρροής;
Η επίσημη ιδιότητά του ήταν «financier» και διαχειριστής περιουσίας. Στην πράξη, λειτουργούσε ως ιδιωτικός σύμβουλος υπερπλούσιων πελατών, σε ένα πεδίο όπου η μυστικότητα και οι κλειστοί κύκλοι παίζουν καθοριστικό ρόλο.
Από καθηγητής στο Μανχάταν στη Wall Street
Ο Τζέφρι Έντουαρντ Έπσταϊν γεννήθηκε το 1953 στο Μπρούκλιν. Σπούδασε Μαθηματικά και Φυσική, αλλά δεν ολοκλήρωσε τις σπουδές του. Στις αρχές της δεκαετίας του ’70 προσλήφθηκε ως καθηγητής στο ιδιωτικό Dalton School στο Μανχάταν, σχολείο παιδιών εύπορων οικογενειών.
Μέσα από αυτές τις επαφές βρέθηκε στη Wall Street. Το 1976 ξεκίνησε στην επενδυτική τράπεζα Bear Stearns και μέσα σε λίγα χρόνια έγινε εταίρος. Ειδικεύτηκε στη διαχείριση χαρτοφυλακίων εύπορων πελατών και σε σύνθετες φορολογικές στρατηγικές.
Η δική του εταιρεία και η σχέση που τον εκτόξευσε
Το 1982 ίδρυσε τη J. Epstein & Co., δηλώνοντας ότι δέχεται μόνο εξαιρετικά πλούσιους πελάτες συχνά με περιουσία άνω του 1 δισ. δολαρίων. Η δραστηριότητά του παρέμενε αδιαφανής. Δεν δημοσίευε αποδόσεις, δεν λειτουργούσε ως τυπικό επενδυτικό fund και κινείτο σε στενό κύκλο σχέσεων.
Καθοριστικό ρόλο έπαιξε η συνεργασία του με τον δισεκατομμυριούχο Λέσλι Γουέξνερ, ιδιοκτήτη της Limited Brands (Victoria’s Secret). Ο Έπσταϊν απέκτησε γενικό πληρεξούσιο για τη διαχείριση της περιουσίας του και μπήκε στο κέντρο της αμερικανικής οικονομικής ελίτ.
Το νησί, οι φοροαπαλλαγές και τα εκατομμύρια
Στις Αμερικανικές Παρθένες Νήσους εγκαταστάθηκε από τα μέσα της δεκαετίας του ’90. Αγόρασε το Little St. James Island και ίδρυσε εταιρείες όπως η Financial Trust Company και αργότερα η Southern Trust Company.
Σύμφωνα με δικαστικά έγγραφα που επικαλείται το Forbes, μέσω προγραμμάτων φορολογικών κινήτρων εξοικονόμησε περίπου 300 εκατομμύρια δολάρια σε φόρους μεταξύ 1999 και 2018, ενώ έλαβε τουλάχιστον 360 εκατ. δολάρια σε μερίσματα.
Παρά τη μυστικότητα, η οικονομική του επιφάνεια ήταν εμφανής: πολυτελή ακίνητα στο Μανχάταν, στη Φλόριντα, στο Παρίσι και ιδιωτικά νησιά στην Καραϊβική.
Ποινικές υποθέσεις και συνέχιση δραστηριότητας
Η πρώτη ποινική έρευνα ξεκίνησε το 2005 στη Φλόριντα. Το 2008 κατέληξε σε συμφωνία ενοχής με ποινή 18 μηνών φυλάκισης, εκ των οποίων εξέτισε περίπου 13 μήνες με καθεστώς «work release».
Παρά το βαρύ σκάνδαλο, συνέχισε να διαχειρίζεται περιουσίες και να συνεργάζεται με ισχυρά τραπεζικά ιδρύματα, μεταξύ αυτών η JPMorgan Chase. Πελάτες του φέρεται να ήταν πρόσωπα όπως ο Λίον Μπλακ της Apollo Global Management και άλλοι δισεκατομμυριούχοι.
Το 2019 συνελήφθη ξανά για ομοσπονδιακές κατηγορίες διακίνησης ανηλίκων με σκοπό τη σεξουαλική εκμετάλλευση. Στις 10 Αυγούστου 2019 βρέθηκε νεκρός στο κελί του στη Νέα Υόρκη. Ο θάνατός του καταγράφηκε ως αυτοκτονία, αν και μέχρι σήμερα υπάρχουν αμφισβητήσεις.
Η περιουσία μετά τον θάνατο
Το 2019 η περιουσία του υπολογιζόταν σε 578 εκατομμύρια δολάρια. Έξι χρόνια μετά, σύμφωνα με έκθεση της 31ης Μαρτίου 2025, αποτιμάται σε 131 εκατ. δολάρια.
Το νομικό πρόσωπο που διαχειρίζεται την περιουσία του:
• Πούλησε ακίνητα και νησιά
• Κατέβαλε πάνω από 160 εκατ. δολάρια σε θύματα
• Εξόφλησε δάνειο 30 εκατ.
• Συμφώνησε σε διακανονισμό 105 εκατ. με τις Παρθένες Νήσους
• Έλαβε επιστροφή φόρου 112 εκατ. δολαρίων
Πώς απέκτησε τη δύναμή του
Η ισχύς του Έπσταϊν δεν βασίστηκε σε μια δημόσια εταιρεία ή σε βιομηχανική δραστηριότητα. Προήλθε από:
• Τη διαχείριση περιουσίας εξαιρετικά πλούσιων ανθρώπων
• Την πρόσβαση σε πολιτικούς και επιχειρηματικούς κύκλους
• Τη μυστικότητα γύρω από τις επαγγελματικές του κινήσεις
• Τη δημιουργία σχέσεων εξάρτησης και επιρροής
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Η οικονομική αυτοκρατορία που έχτισε λειτουργούσε σε μεγάλο βαθμό πίσω από κλειστές πόρτες. Παράλληλα, όπως αποκάλυψαν οι δικαστικές έρευνες, διατηρούσε δίκτυο σεξουαλικής εκμετάλλευσης ανηλίκων.
Ο Έπσταϊν δεν έγινε ισχυρός επειδή είχε ένα πασίγνωστο brand. Έγινε ισχυρός επειδή κινήθηκε σε χώρους όπου η διαχείριση χρήματος και σχέσεων είναι εξ ορισμού αθέατη και εκεί κατάφερε να συγκεντρώσει πλούτο, πρόσβαση και επιρροή που για χρόνια έμειναν ανεξέλεγκτα.
