Στην καρδιά του Centennial Park, στο Νάσβιλ, στέκει ένας Παρθενώνας που δεν είναι «έμπνευση» ή απλή αναπαράσταση: είναι ένα πλήρες αντίγραφο, σε πραγματικό μέγεθος, με λεπτομέρειες που επιχειρούν να πλησιάσουν όσο γίνεται τον αθηναϊκό ναό. Για την πόλη, δεν είναι απλώς αξιοθέατο. Είναι κομμάτι ταυτότητας, ένα μόνιμο ορόσημο που γεννήθηκε ως προσωρινή κατασκευή, αλλά αρνήθηκε να εξαφανιστεί όταν έπεσε η αυλαία μιας μεγάλης έκθεσης.
Από προσωρινό έκθεμα σε μόνιμο ορόσημο
Η ιστορία ξεκινά στα τέλη του 19ου αιώνα. Ο Παρθενώνας του Νάσβιλ σχεδιάστηκε από τον αρχιτέκτονα Γουίλιαμ Κρόφορντ Σμιθ και χτίστηκε το 1897 για την Tennessee Centennial Exposition, την έκθεση που γιόρταζε τα 100 χρόνια από την ένταξη του Τενεσί στην Ομοσπονδία των ΗΠΑ. Η επιλογή του Παρθενώνα δεν ήταν τυχαία: το Νάσβιλ ήθελε να προβάλει την εικόνα μιας πόλης που επενδύει στην εκπαίδευση, την τέχνη και τον πολιτισμό.
Εκείνη την περίοδο το Νάσβιλ είχε ήδη αποκτήσει το προσωνύμιο «Αθήνα του Νότου». Πολλοί λένε πως το «πρόχειρο» αντίγραφο του Παρθενώνα λειτούργησε και ως επιχείρημα για να «δέσει» αυτό το παρατσούκλι με ένα εντυπωσιακό σύμβολο. Το βέβαιο είναι ότι το κτίσμα κέρδισε το κοινό,από την 1η Μαΐου έως τις 30 Οκτωβρίου 1897, υπολογίζεται ότι 1.800.000 άνθρωποι το επισκέφθηκαν. Όταν τελείωσε η έκθεση, οι κάτοικοι δεν ήθελαν να το δουν να κατεδαφίζεται όπως τα υπόλοιπα προσωρινά κτίρια. Έτσι, έμεινε.
Παρθενώνας
Ένα καταπληκτικό video animation, σε παραγωγή του μεγάλου Έλληνα σκηνοθέτη Κώστα Γαβρά, που παρουσιάζει την ιστορία του μνημείου παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς
Ο Παρθενώνας… στο Τενεσί
Η ανακατασκευή της δεκαετίας του 1920 και η «δεύτερη ζωή»
Το πρώτο κτίριο ήταν φτιαγμένο με υλικά που δεν άντεχαν στον χρόνο. Γύψος, ξύλο και τούβλα έδιναν την εικόνα του ναού, αλλά όχι τη διάρκεια. Με τα χρόνια άρχισε να φθείρεται, μέχρι που η πόλη έφτασε στο δίλημμα: κατεδάφιση ή ριζική ανακατασκευή.
Τη λύση έδωσε η απόφαση για ένα πιο ανθεκτικό, μόνιμο έργο. Στην προσπάθεια αυτή μπήκαν στην εξίσωση ο τοπικός αρχιτέκτονας Ράσελ Χαρτ και ως σύμβουλος ο αρχιτεκτονικός ιστορικός Γουίλιαμ Μπελ Ντίνσμουρ.
Η νέα κατασκευή στηρίχθηκε σε οπλισμένο σκυρόδεμα, το καινοτόμο υλικό του 20ού αιώνα. Έγιναν ενισχυμένοι τοίχοι, στέγη και φέροντες κίονες, ενώ μέρος της παλιάς δομής διατηρήθηκε και ενσωματώθηκε, όπου ήταν δυνατό.
Για την τελική επιφάνεια επιλέχθηκε ειδικό μίγμα χυτού σκυροδέματος, μια φόρμουλα που αναπτύχθηκε από τον Τζον Έαρλι στην Ουάσιγκτον και χρησιμοποιήθηκε σε εξωτερικές επιφάνειες, διακοσμητικά στοιχεία και γλυπτά.
Την εργολαβία ανέλαβε η Foster and Creighton, ενώ στο γλυπτικό μέρος επέστρεψαν δημιουργοί που είχαν ήδη «σφραγίσει» το πρώτο εγχείρημα, ο Τζορτζ Τζούλιαν Ζόλνεϊ για τις μετόπες, και η γλύπτρια Μπελ Κίνεϊ με τον σύζυγό της Λέοπολντ Σολτς για τις μορφές των αετωμάτων.
Για να πλησιάσουν τα πρωτότυπα, χρησιμοποιήθηκαν εκμαγεία μαρμάρινων θραυσμάτων που αγοράστηκαν από το Μουσείο Victoria and Albert.
Οι εργασίες στο εξωτερικό ολοκληρώθηκαν το 1925. Το αποτέλεσμα δεν ήταν απλώς ένα «νέο κτίριο». Ήταν ένας Παρθενώνας που έδειχνε αποφασισμένος να σταθεί δίπλα στον μύθο του.
Το εσωτερικό, οι διαστάσεις και η Αθηνά που άργησε να έρθει
Ο Παρθενώνας του 1897 δεν ήταν εσωτερικά πιστό αντίγραφο. Λειτουργούσε κυρίως ως χώρος γκαλερί, για την έκθεση έργων τέχνης που είχαν έρθει από Ευρώπη και Ηνωμένες Πολιτείες.
Η μόνιμη κατασκευή, όμως, στόχευε πολύ ψηλότερα,να αναπαράγει όσο γινόταν πιο πιστά την αρχιτεκτονική λογική του αθηναϊκού μνημείου. Έτσι, επιχειρήθηκε να αποδοθούν λεπτομέρειες όπως η καμπυλότητα των οριζόντιων γραμμών, η κλίση κιόνων και τοίχων, αλλά και η ελαφρά «φουσκωτή» μορφή των κιόνων, η γνωστή entasis.
Ο ναός έχει μήκος περίπου 70 μέτρα, πλάτος 30 και ύψος 18. Για την απομίμηση λεπτομερειών των γλυπτών, λήφθηκαν αποτυπώματα από τμήματα που βρίσκονται στο Βρετανικό Μουσείο, ενώ ο εξωτερικός και εσωτερικός διάκοσμος παρουσιάζεται χρωματισμένος, όπως ήταν ο αρχαίος ναός και όχι λευκός, όπως συχνά τον φανταζόμαστε.
Οι εργασίες προχώρησαν με διακοπές και ολοκληρώθηκαν το 1931, χρονιά που έγιναν και τα εγκαίνια του μουσείου που λειτουργεί εντός του Παρθενώνα. Παρ’ όλα αυτά, έλειπαν δύο μεγάλα «κομμάτια», το τεράστιο άγαλμα της Αθηνάς στο εσωτερικό και το εξωτερικό ιωνικό ανάγλυφο που διατρέχει τον ναό.
Χρειάστηκαν χρόνια για να ωριμάσει το δεύτερο μεγάλο βήμα. Το 1982 το διοικητικό συμβούλιο ανέθεσε στον γλύπτη του Νάσβιλ, Alan LeQuire, να δημιουργήσει την Αθηνά σε ύψος περίπου 12,8 μέτρων.
Το έργο κράτησε σχεδόν οκτώ χρόνια και το άγαλμα αποκαλύφθηκε στις 20 Μαΐου 1990, ξαναζεσταίνοντας το ενδιαφέρον της πόλης για τον «δικό της» Παρθενώνα. Αργότερα, το 2002, η Αθηνά ολοκληρώθηκε με χρυσό και ζωγραφική.
Το αντίγραφο του αγάλματος της Αθηνάς μέσα στον Παρθενώνα στο Νάσβιλ του Τενεσί
Ένα μνημείο που ενώνει δύο κόσμους
Σήμερα, ο Παρθενώνας του Νάσβιλ δεν αντιμετωπίζεται σαν θεματικό σκηνικό. Ανήκει και λειτουργεί από το Metro Nashville Parks & Recreation και φιλοξενεί συλλογές και δράσεις με στόχο να κρατά ζωντανά τα καλλιτεχνικά και εκπαιδευτικά ιδανικά της πόλης.
Είναι ένα μνημείο που κάνει κάτι σπάνιο, φέρνει την κλασική Αθήνα στον αμερικανικό Νότο, όχι ως καρτ ποστάλ, αλλά ως εμπειρία κλίμακας, χώρου και ιστορίας.
Και ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη «επιτυχία» του.
Δεν προσπαθεί να αντικαταστήσει την Ακρόπολη. Στέκεται, όμως, ως ένας απρόσμενος φόρος τιμής, μια γέφυρα ανάμεσα σε δύο πολιτισμούς, που ξεκίνησε ως προσωρινή ιδέα του 1897 και κατέληξε να γίνει σύμβολο μιας ολόκληρης πόλης.
