Την Τρίτη του Πάσχα, 14 Απριλίου 2026, η ισπανική κυβέρνηση επιβεβαίωσε την έναρξη της εφαρμογής ενός νέου νομοθετικού πλαισίου, το οποίο αποσκοπεί στην ένταξη των ανθρώπων αυτών στην επίσημη οικονομία και την κοινωνική ζωή της χώρας, αναγνωρίζοντας τη συμβολή τους σε κρίσιμους τομείς της παραγωγής.
Η απόφαση αυτή αφορά μετανάστες που διαμένουν στην Ισπανία για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα και έχουν ήδη ενσωματωθεί στην αγορά εργασίας, κυρίως στον πρωτογενή τομέα, τις κατασκευές και τις υπηρεσίες φροντίδας, αλλά παρέμεναν σε καθεστώς «αορατότητας» λόγω έλλειψης εγγράφων. Στόχος της Μαδρίτης είναι να αντιμετωπίσει το δημογραφικό πρόβλημα και τις ελλείψεις εργατικών χεριών, μετατρέποντας την «μαύρη εργασία» σε νόμιμη απασχόληση που θα ενισχύσει τα ασφαλιστικά ταμεία. Η κίνηση αυτή υποστηρίχθηκε από ευρεία κοινοβουλευτική πλειοψηφία, αλλά και από κοινωνικούς φορείς που επί σειρά ετών ζητούσαν την άρση του καθεστώτος ομηρίας για χιλιάδες οικογένειες.
Ωστόσο, η πρωτοβουλία της κυβέρνησης Σάντσεθ δεν έμεινε χωρίς επικρίσεις. Κύκλοι της αντιπολίτευσης αλλά και ορισμένες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες εκφράζουν ανησυχίες για το ενδεχόμενο δημιουργίας ενός «μαγνήτη» (pull factor) για νέα μεταναστευτικά ρεύματα προς την Ιβηρική χερσόνησο. Παράλληλα, ο διάλογος εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης φουντώνει, καθώς η Ισπανία ακολουθεί μια διαφορετική οδό από τις χώρες που επιλέγουν την αυστηροποίηση των συνοριακών ελέγχων και τις απελάσεις, θέτοντας το ερώτημα αν η νομιμοποίηση αποτελεί μια ρεαλιστική λύση ή ένα ρίσκο για τη συνοχή της ζώνης Σένγκεν.
