Η πολιτικός που σφράγισε την πορεία της Ευρώπης για περισσότερο από μία δεκαετία, εξέφρασε δημόσια τη μεταμέλειά της, συνδέοντας ευθέως τις τότε αποφάσεις της με τη ραγδαία άνοδο των εθνολαϊκιστικών και ακροδεξιών κινημάτων στη χώρα της αλλά και σε ολόκληρη τη γηραιά ήπειρο.
Η δήλωση αυτή έρχεται να ανατρέψει την πάγια υπερασπιστική γραμμή που τηρούσε για χρόνια γύρω από το περίφημο δόγμα του «Θα τα καταφέρουμε» (Wir schaffen das), προκαλώντας έντονες πολιτικές συζητήσεις.
Η παραδοχή του λάθους και οι επιπτώσεις
Η πρώην καγκελάριος ανέλυσε με ειλικρίνεια τα δομικά σφάλματα της στρατηγικής της, εστιάζοντας στις πολιτικές παρενέργειες που προκλήθηκαν:
-
Η ενίσχυση του AfD: Η Άνγκελα Μέρκελ αναγνώρισε ότι η πολιτική των «ανοιχτών συνόρων» δημιούργησε ένα αίσθημα ανασφάλειας σε μεγάλο μέρος της γερμανικής κοινωνίας, το οποίο εκμεταλλεύτηκε το ακροδεξιό κόμμα «Εναλλακτική για τη Γερμανία» (AfD), αυξάνοντας κατακόρυφα τα ποσοστά του.
-
Έλλειψη ευρωπαϊκού συντονισμού: Παραδέχτηκε ότι η απόφαση ελήφθη χωρίς την απαραίτητη προετοιμασία και χωρίς να εξασφαλιστεί εκ των προτέρων η ισότιμη συμμετοχή και η αλληλεγγύη των υπόλοιπων ευρωπαϊκών κρατών, γεγονός που δίχασε την Ευρωπαϊκή Ένωση.
-
Το πολιτικό κόστος: «Με την πολιτική μου συνέβαλα, χωρίς να το θέλω, στο να αποκτήσει φωνή και δύναμη η ακροδεξιά», ανέφερε χαρακτηριστικά, κάνοντας λόγο για μια σκληρή αλλά αναγκαία διαπίδωση.
Το timing της δήλωσης και οι αντιδράσεις
Η χρονική συγκυρία αυτής της τοποθέτησης δεν θεωρείται τυχαία από τους αναλυτές, καθώς το μεταναστευτικό παραμένει στην κορυφή της ευρωπαϊκής ατζέντας.
Οι δηλώσεις της Μέρκελ προκάλεσαν άμεσες αντιδράσεις στο εσωτερικό της Γερμανίας. Τα στελέχη των Χριστιανοδημοκρατών (CDU) υποδέχθηκαν την αυτοκριτική ως ένα αναγκαίο βήμα για να μπορέσει η παράταξη να επαναπατρίσει συντηρητικούς ψηφοφόρους, ενώ από την άλλη πλευρά, οι πολιτικοί της αντίπαλοι σημείωσαν ότι η παραδοχή αυτή γίνεται με μεγάλη καθυστέρηση, όταν πλέον οι ισορροπίες στο πολιτικό σκηνικό έχουν αλλάξει μη αναστρέψιμα.
