Σοβαρές αντιδράσεις και ανησυχία για την ελευθερία του Τύπου στις ΗΠΑ προκαλεί η απόφαση του υπουργείου Δικαιοσύνης (DOJ) και του εισαγγελέα του Μανχάταν να εκδώσουν δικαστικές κλητεύσεις (subpoenas) εις βάρος τεσσάρων διακεκριμένων δημοσιογράφων των New York Times. Πρόκειται για τους Τζούλιαν Μπαρνς, Έρικ Λίπτον, Τάιλερ Πέιτζερ και Έρικ Σμιτ.
Η εφημερίδα γνωστοποίησε ότι οι δημοσιογράφοι καλούνται να καταθέσουν ενώπιον σώματος ενόρκων (grand jury) την ερχόμενη εβδομάδα. Η νομική αυτή κίνηση αφορά αποκλειστικά τα πρόσφατα ρεπορτάζ τους σχετικά με πιθανά κενά ασφαλείας στο νέο επίσημο αεροπλάνο του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ.
Η διεύθυνση των New York Times αντέδρασε έντονα, καταγγέλλοντας ότι ομοσπονδιακοί πράκτορες επέδωσαν τις κλητεύσεις απευθείας στα σπίτια ορισμένων δημοσιογράφων την Παρασκευή, γεγονός που ερμηνεύεται ως ξεκάθαρη απόπειρα εκφοβισμού των ανεξάρτητων Μέσων Ενημέρωσης.
«Η εμφάνιση ομοσπονδιακών οργάνων επιβολής του νόμου στα σπίτια δημοσιογράφων προκαλεί σοκ στη συνείδηση οποιουδήποτε Αμερικανού πιστεύει στο Σύνταγμα και στην ελευθερία του Τύπου που αυτό προστατεύει», δήλωσε ο Ντέιβιντ Μακρό, νομικός σύμβουλος της εφημερίδας.
Το Παρασκήνιο των Ρεπορτάζ: Το «Δώρο» από το Κατάρ
Η έρευνα των δημοσιογράφων, η οποία βασίστηκε σε ανώνυμες κυβερνητικές πηγές, έφερε στο φως της δημοσιότητας παρασκηνιακές λεπτομέρειες για το νέο προεδρικό αεροσκάφος (Boeing 747-8), το οποίο αποτελεί δώρο του Κατάρ προς τις ΗΠΑ και για το οποίο δαπανήθηκαν περίπου 400 εκατομμύρια δολάρια για εργασίες αναβάθμισης.
Σύμφωνα με τα επίμαχα δημοσιεύματα:
-
Η αλλαγή αεροσκάφους: Κατά την επιστροφή του από τη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ στην Τουρκία, ο Ντόναλντ Τραμπ επιβιβάστηκε αρχικά στο παλιό μοντέλο του Air Force One κατόπιν επείγουσας σύστασης της Μυστικής Υπηρεσίας (Secret Service).
-
Οι λόγοι ασφαλείας: Η αλλαγή κρίθηκε αναγκαία καθώς το νέο αεροπλάνο δεν διαθέτει ακόμη ενσωματωμένα όλα τα προηγμένα αμυντικά συστήματα του παλαιότερου στόλου, όπως τις ειδικές δυνατότητες αντιμετώπισης εχθρικών πυραύλων (anti-missile capabilities).
-
Το timing της κρίσης: Η πτήση συνέπεσε με την κατάρρευση της εύθραυστης εκεχειρίας με το Ιράν και τις νέες στρατιωτικές επιδρομές στην περιοχή. Με δεδομένο ότι η Τουρκία συνορεύει με το Ιράν, οι αρχές ασφαλείας δεν θέλησαν να ρισκάρουν τη μετακίνηση του προέδρου με ένα αεροσκάφος που δεν ήταν 100% θωρακισμένο.
Στη συνέχεια, ο Τραμπ μετέβη στη βρετανική βάση του Μάιλντενχολ, όπου βρισκόταν και το νέο αεροπλάνο, και άλλαξε εκ νέου πτήση για να επιστρέψει στην Ουάσινγκτον.
Η Θέση του Λευκού Οίκου και του Υπουργείου Δικαιοσύνης
Από την πλευρά της, η κυβέρνηση και ο ίδιος ο Ντόναλντ Τραμπ διέψευσαν κατηγορηματικά ότι η αλλαγή πλάνου οφειλόταν σε απειλές. Ο Αμερικανός πρόεδρος υποστήριξε ότι η στάση στη Μεγάλη Βρετανία έγινε αποκλειστικά για να επιδειχθεί το νέο υπερσύγχρονο αεροσκάφος στο εκεί στρατιωτικό προσωπικό. Όταν πάντως ρωτήθηκε από δημοσιογράφους για το αν φοβάται πιθανό χτύπημα από το Ιράν, απάντησε: «Έχω απειλές όλη την ώρα, είμαι ο νούμερο ένα στόχος τους».
Το υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ ξεκαθάρισε ότι στόχος της έρευνας και των κλητεύσεων δεν είναι η τιμωρία των δημοσιογράφων, αλλά ο εντοπισμός και η δίωξη των κυβερνητικών στελεχών που διαρρέουν διαβαθμισμένες πληροφορίες (classified leaks) που σχετίζονται με την εθνική ασφάλεια της χώρας.
Για να δείτε την επίσημη παρουσίαση της αμερικανικής κυβέρνησης για το συγκεκριμένο αεροσκάφος, μπορείτε να παρακολουθήσετε το βίντεο παρουσίασης του νέου Air Force One, το οποίο περιλαμβάνει αναλυτικά πλάνα από την επίσημη αποκάλυψη του αεροπλάνου αξίας 400 εκατομμυρίων δολαρίων που δωρίστηκε από το Κατάρ.
