Ο δείκτης μελλοντικού πληθωρισμού κυμάνθηκε στο υψηλότερο επίπεδό του από το 2010 την περασμένη Δευτέρα, υποδεικνύοντας μέσο όρο της τάξης του 2,67% μεταξύ του 2028 και του 2033. Όλα αυτά, τη στιγμή που οι αποδόσεις των μακροπρόθεσμων ομολόγων αυξάνονται γρηγορότερα από τα αντίστοιχα βραχυπρόθεσμα, με τους επενδυτές να αναζητούν υψηλότερα κέρδη αφού ο πληθωρισμός θα παραμείνει υψηλότερος από το αναμενόμενο για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.
Πρόκειται για ένα νέο πονοκέφαλο για την ΕΚΤ η οποία θα δυσκολευτεί να δικαιολογήσει την άρση του κύκλου αύξησης των επιτοκίων τη στιγμή που οι αγορές υπολογίζουν πως ο πληθωρισμός θα υπερβεί τον πληθωριστικό στόχο του 2%.
Παράλληλα, η κατάσταση είναι διαμετρικά αντίθετη με αυτή στις ΗΠΑ όπου αν και οι πληθωριστικές εκτιμήσεις παραμένουν υψηλές, δεν έχουν ξεπεράσει τα ιστορικά υψηλά.
«Οι δείκτες αυτοί και οι εκτιμήσεις των αναλυτών αποτελούν ‘κλειδί’ για τα στελέχη των κεντρικών τραπεζών. Καμία εξ αυτών δε μιλά για παύση αύξησης των επιτοκίων τον Σεπτέμβριο», τόνισε ο αναλυτής της Danske Bank A/S, Πίετ Κρίστιανσεν, προσθέτοντας πως «οι πληθωριστικές εκτιμήσεις συνεχίζουν και αποδεικνύονται προβληματικές για την κεντρική τράπεζα».
