Χαράλαμπος Κασίμης: «Δύσκολος χειμώνας, αναγκαίος ο σχεδιασμός μιας στρατηγικής για την επισιτιστική ασφάλεια»

Ο καθηγητής του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών, σε μια άκρως ενδιαφέρουσα συνέντευξη στο GOV NEWS, μιλά για την νέα κατάσταση που διαμορφώνεται στην αγορά τροφίμων και τα μέτρα που επιβάλλεται να παρθούν, στην Ελλάδα και την Ε.Ε., μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία.

Ο Καθηγητής στο Τμήμα Αγροτικής Οικονομίας και Αγροτικής Ανάπτυξης του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών τόνισε ότι δεν αναμένονται ελλείψεις τροφίμων στην αγορά, αλλά υπογράμμισε με έμφαση πως έρχεται ένας δύσκολος χειμώνα, καθώς οι τιμές στα προϊόντα αναμένεται να κινηθούν σε πολύ υψηλά επίπεδα.

Ο κ. Κασίμης σημείωσε ότι επιβάλλεται να ενισχυθούν οι έλεγχοι στην αγορά προκειμένου να παταχθεί η αισχροκέρδεια και επισήμανε ότι στη χώρα μας θα πρέπει να υπάρξει αναβάθμιση της γεωργικής παραγωγής.

«Χρειαζόμαστε μια γενναία δημογραφική ανανέωση, ώστε οι νέοι να αξιοποιήσουν τη γνώση, την καινοτομία και την τεχνολογία σε όλη την αλυσίδα αξίας», τόνισε χαρακτηριστικά ο κ. Κασίμης και πρόσθεσε: Θα πρέπει, επιπλέον, να επανεξετάσουμε το παραγωγικό μοντέλο της χώρας μας, να εστιάσουμε στα συγκριτικά πλεονεκτήματά μας, όπως η παραγωγή προϊόντων ποιότητας και ταυτότητας, οργανικής γεωργίας».

Επίσης, ο Καθηγητής του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών, υπογράμμισε ότι «πρέπει να δοθούν επενδυτικά και άλλα κίνητρα σε ελλειμματικούς τομείς του αγροδιατροφικού μας συστήματος ώστε και να αυξήσουν την παραγωγικότητά τους και να γίνουν πιο ανταγωνιστικοί έναντι των εισαγωγών».

 

 

Ο χειμώνας που έρχεται αναμένεται να είναι πολύ δύσκολος τόσο ενεργειακά όσο και επισιτιστικά. Θεωρείτε ότι η Ελλάδα θα ανταπεξέλθει των πολλών δυσκολιών που θα προκύψουν;  

Χ. Κασίμης: Τα στοιχεία που δημοσίευσε η ΕΛΣΤΑΤ για τον πληθωρισμό (στο 12%) μας προϊδεάζουν, και μας προετοιμάζουν θα έλεγα, για ένα χειμώνα πράγματι βαρύ, βαρύτερο και από τον περυσινό, αφού δεν παρατηρείται κάποια αποκλιμάκωση.

Τι μας έδειξε συγκεκριμένα η ΕΛΣΤΑΤ: Ότι τόσο στην ενέργεια όσο και στα τρόφιμα η πορεία εξακολουθεί να είναι ανοδική. Συγκεκριμένα, στο φυσικό αέριο καταγράφεται αύξηση 332% από τον Σεπτέμβριο του 2021 σε αυτόν του 2022, 65% στο πετρέλαιο θέρμανσης και 30% στο ηλεκτρικό ρεύμα. Στα τρόφιμα η αύξηση είναι στο 13,5% (πάνω από τον πληθωρισμό) ενώ στα γαλακτοκομικά είναι στο 23,3%, στο ψωμί και τα δημητριακά στο 18,4%, στα κρέατα στο 17,6% και στο λάδι στο 17%. Ας σημειωθεί ότι η αύξηση αυτή στα τρόφιμα αντισταθμίστηκε, σε ένα βαθμό, από τη μείωση των τιμών στα νωπά φρούτα.

Αν θα ανταπεξέλθει η Ελλάδα θα εξαρτηθεί τόσο από τις εξελίξεις στο διεθνές περιβάλλον, όσο και από τα μέτρα που θα πάρει η κυβέρνηση. Ένα είναι βέβαιο, θα δοκιμαστούν σίγουρα οι αντοχές της κοινωνίας.

Υπάρχει περίπτωση να παρουσιαστούν ελλείψεις σε τρόφιμα κατά τη διάρκεια του χειμώνα στη χώρα μας; 

Χ. Κασίμης: Δεν νομίζω ότι θα παρουσιαστούν σοβαρές ελλείψεις άξιες ανησυχίας. Δεν διαφαίνεται κάτι τέτοιο. Όμως αν η προσφορά/επάρκεια τροφίμων δεν φαίνεται να μας ανησυχεί ιδιαίτερα, αυτό που θα πρέπει να μας ανησυχεί, θα έλεγα, είναι αν οι καταναλωτές θα είναι σε θέση να αγοράσουν τα αναγκαία για την οικογένειά τους τρόφιμα. Όλα δείχνουν ότι με πληθωρισμό αυτής της τάξης, με το «ροκάνισμα» του οικογενειακού εισοδήματος από το κόστος ενέργειας, των μεταφορών, της στέγασης κοκ, και με δεδομένο ότι το μέσο ελληνικό νοικοκυριό δαπανά σχεδόν διπλάσιο ποσοστό του οικογενειακού προϋπολογισμού του για τρόφιμα απ’ ότι το ευρωπαϊκό (23,1% έναντι 13,5%), τα πράγματα θα δυσκολέψουν ακόμα περισσότερο και μάλιστα για τα φτωχότερα νοικοκυριά, τα οποία δαπανούν πάνω από το 35% των συνολικών δαπανών τους σε είδη διατροφής. Ο πληθωρισμός επιβαρύνει έτι περαιτέρω την κατάστασή τους ενισχύοντας τις ανισότητες και την φτώχεια.

Πολλοί είναι εκείνοι που ισχυρίζονται ότι η επισιτιστική κρίση θα ενταθεί τον χειμώνα του 2023 – 2024, ποια είναι η άποψή σας;

Χ. Κασίμης: Νομίζω ότι η απάντηση δόθηκε παραπάνω. Όλα δείχνουν ότι οι αυξήσεις στην ενέργεια, ζωοτροφές, λιπάσματα, αγροτικά εφόδια γενικότερα, που διαμορφώνουν το μεγαλύτερο μέρος του κόστους παραγωγής θα συνεχίσουν την ανηφόρα που έχουν πάρει και σε συνδυασμό με την συνεχιζόμενη αισχροκέρδεια στην αγορά θα  εκτινάξουν τις τιμές και θα καταστήσουν δυσκολότερη την πρόσβαση των νοικοκυριών τόσο στην αναγκαία ποσότητα όσο και στην κατάλληλη ποιότητα τροφίμων. Η Παγκόσμια Τράπεζα προβλέπει διατήρηση σε ιστορικά υψηλά επίπεδα των τιμών των τροφίμων μέχρι και τα τέλη του 2024.

Ποια μέτρα θεωρείτε πως πρέπει να λάβουν οι αρμόδιοι της κυβέρνησης προκειμένου να μην υπάρξουν σοβαρά προβλήματα στην αγορά τροφίμων; 

Χ. Κασίμης: Κατ’ αρχήν είναι αναγκαίο άμεσα να στηριχθούν περαιτέρω οι παραγωγοί που υφίστανται τις αυξήσεις στο κόστος της ενέργειας και των εισροών τους για να αντέξουν στις πιέσεις του κόστους παραγωγής, να μην περιορίσουν τις αναγκαίες για την παραγωγή εισροές και να μην εγκαταλείψουν την παραγωγική τους δραστηριότητα.

Πρέπει να διασφαλιστεί ότι δεν θα διαταραχθεί η αλυσίδα εφοδιασμού της αγοράς. 

Παράλληλα, είναι αναγκαίες παρεμβάσεις που θα στοχεύουν στην μείωση των τιμών στα προϊόντα διατροφής, μειώνοντας σημαντικά τον ΦΠΑ σε αυτά, στηρίζοντας πρωτίστως τα φτωχότερα νοικοκυριά. Επίσης, η στήριξη των ευάλωτων  νοικοκυριών είναι απαραίτητο να ενισχυθεί και με κοινωνικά προγράμματα όπως οι τράπεζες τροφίμων, τα δωρεάν γεύματα στα σχολεία κοκ. Και τέλος, εννοείται ότι πρέπει να ενισχυθούν οι έλεγχοι στην αγορά και να παταχθεί η αισχροκέρδεια.

Επιπλέον, αναγκαίος κρίνεται ο σχεδιασμός μιας στρατηγικής για την επισιτιστική ασφάλεια (με όρους και ποσότητας και ποιότητας τροφίμων), με δεσμευτικές πολιτικές για την πρόσβαση στην επισιτιστική ασφάλεια,  την αποτελεσματική λειτουργία κατάλληλης δομής στο Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης & Τροφίμων και την κατασκευή και οργάνωση διαθέσιμων αποθηκευτικών χώρων για τα προϊόντα σε περιφερειακή βάση.

Ποιες είναι οι προτάσεις σας αναφορικά με τις αλλαγές που πρέπει να γίνουν στον πρωτογενή τομέα, με απλά λόγια στις καλλιέργειες, της χώρας μας, ώστε η Ελλάδα στο μέλλον να μπορεί να καλύπτει το μεγαλύτερο ποσοστό των διατροφικών αναγκών της εκ των έσω;  

Χ. Κασίμης: Η χώρα μας είναι ελλειμματική σε μια σειρά κρίσιμα διατροφικά προϊόντα, όπως τα ερυθρά κρέατα, τα γαλακτοκομικά, το μαλακό σιτάρι αλλά και σε άλλα προϊόντα συνδεδεμένα με τις επιπτώσεις της Ουκρανικής κρίσης όπως το καλαμπόκι, η ελαιοκράμβη  και οι ζωοτροφές γενικότερα. Παράγουμε κοντά στο 20% των αναγκών μας σε μαλακό σιτάρι και εισάγουμε το υπόλοιπο, αν και μερικά χρόνια πριν δείχναμε αυτάρκεις. Ελλειμματικοί είμαστε και στα λιπάσματα εισάγοντας πάνω από το 20% των αναγκών μας από την Ρωσία.

Σε έρευνα του Global Food Security Index του Economist σε 113 κράτη για την επισιτιστική ασφάλεια ένα χρόνο πριν, η χώρα μας βρισκόταν στην 31η θέση, χάνοντας 4 θέσεις σε μια χρονιά. Ειδικότερα στον δείκτη για την  διαθεσιμότητα βρισκόμαστε στην 61η θέση, στους φυσικούς πόρους και την αειφορία και προσαρμοστικότητα στην 40η, ενώ στην προσβασιμότητα στην τροφή στην 24η και στην ποιότητα και ασφάλεια της διατροφής στην 19η με υψηλά ποσοστά στην ποιότητα των πρωτεϊνών.

Σχετικά με το ερώτημά σας.

Το πρώτο βήμα είναι η προσπάθεια σταδιακής υποκατάστασης των βασικών ελλειμματικών προϊόντων που αναφέρθηκαν παραπάνω. Για να γίνει αυτό πρέπει να υιοθετηθούν μέτρα πολιτικής που θα λειτουργήσουν ως κίνητρα σε αυτή την κατεύθυνση. Τέτοια μέτρα είναι πρωτίστως οι «συνδεδεμένες ενισχύσεις» στα πλαίσια της ΚΑΠ. Αυτές απορροφούν το 10% (+3%) των άμεσων ενισχύσεων και ανέρχονται σε ένα ποσό 245 εκατ. ετησίως στην προγραμματική περίοδο 2023-2027.

Είναι θετικό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση η απόφαση της κυβέρνησης να εντάξει σε αυτές, στο Στρατηγικό Σχέδιο της χώρας για την περίοδο 2023-2027, τα σιτηρά (σκληρό, μαλακό – για πρώτη φορά – και κριθάρι), το καλαμπόκι, το ρύζι, τα πρωτεϊνούχα κτηνοτροφικά ψυχανθή και τα πρωτεϊνούχα σανοδοτικά ψυχανθή. 

Παράλληλα πρέπει να δοθούν επενδυτικά και άλλα κίνητρα σε ελλειμματικούς τομείς του αγροδιατροφικού μας συστήματος ώστε και αυξήσουν την παραγωγικότητά τους και να γίνουν πιο ανταγωνιστικοί έναντι των εισαγωγών.

Θα πρέπει, επιπλέον, να επανεξετάσουμε το παραγωγικό μοντέλο της χώρας μας, να εστιάσουμε στα συγκριτικά πλεονεκτήματά μας, όπως η παραγωγή προϊόντων ποιότητας και ταυτότητας, οργανικής γεωργίας.

Το μοντέλο της μαζικής γεωργικής παραγωγής θα πρέπει να αναβαθμιστεί ποιοτικά και περιβαλλοντικά. 

Η γεωργία ακριβείας και η ψηφιοποίηση μπορούν να συμβάλουν καθοριστικά αφενός στην πράσινη μετάβαση και αφετέρου στην αύξηση της παραγωγικότητας με όρους βιωσιμότητας, οικονομικής, περιβαλλοντικής, κοινωνικής.

Χρειαζόμαστε μια γενναία δημογραφική ανανέωση, ώστε οι νέοι να αξιοποιήσουν τη γνώση, την καινοτομία και την τεχνολογία σε όλη την αλυσίδα αξίας. Με κίνητρα και νέα εργαλεία πολιτικής, με την ενίσχυση της συλλογικής μορφής οργάνωσης, τοπικά παραγωγικά/διατροφικά συστήματα με ισχυρές διακλαδικές συνδέσεις, χαμηλό περιβαλλοντικό αποτύπωμα, υψηλή προστιθέμενη αξία και εξωστρέφεια, που θα στηρίζουν έναν νέο τύπο επισιτιστικής ασφάλειας και επισιτιστικής κυριαρχίας, που θα συνδυάζει την επάρκεια με την ποιότητα των τροφίμων.

Ποιες πρωτοβουλίες επιβάλλεται να ληφθούν σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης προκειμένου να αντιμετωπιστεί από κοινού το επισιτιστικό πρόβλημα; 

Χ. Κασίμης: Στις 23/3/2022 η Ε.Ε. πήρε μια σειρά μέτρα για την αντιμετώπιση της κρίσης.

Αποφάσισε την διάθεση 500 εκατ. από το αποθεματικό κρίσεων (26.3 εκατ. για την Ελλάδα με δυνατότητα 200% αύξησης με εθνικούς πόρους) και διάφορα άλλα μέτρα που ουσιαστικά αναστέλλουν μερικώς την εφαρμογή συγκεκριμένων  περιβαλλοντικών μέτρων της ΚΑΠ με την παρέκκλιση της επαναφοράς σε καλλιέργεια γαιών 4 εκατ. εκταρίων σε αγρανάπαυση μόνο για φέτος.

Παράλληλα η Ε.Ε. ενθαρρύνει την στροφή από τις καλλιέργειες για βιοκαύσιμα σε καλλιέργειες για την διατροφή. Δεν έχουμε όμως επισήμως καμία εκτίμηση της αποτελεσματικότητας αυτών των μέτρων ακόμα.

Ενώ όμως, η Ε.Ε. δηλώνει ότι δεν κινδυνεύει από έλλειψη τροφίμων και από επισιτιστική κρίση, φαίνεται ότι η γεωργία μπαίνει σε μία νέα φάση αβεβαιότητας λόγω του συνεχιζόμενου υψηλού κόστους ενέργειας, ζωοτροφών και λιπασμάτων, ενώ παράλληλα η κλιματική κρίση  αναμένεται να οδηγήσει σε μείωση της παραγωγής σιταριού το 2023 κατά 20%.

Τα παραπάνω, όπως και η δυνατότητα μείωσης ή και μηδένισης του ΦΠΑ στα τρόφιμα, που ανακοίνωσε η Επιτροπή ότι μπορούν να εφαρμόσουν τα Κράτη Μέλη, όπως και η άμεση ενίσχυση των νοικοκυριών για την πρόσβασή τους στα τρόφιμα, κρίνονται θετικά επί της αρχής, δεν φαίνεται όμως να λύνουν ούτε το πρόβλημα των ελλειμμάτων, ούτε του κόστους παραγωγής αλλά ούτε και του κόστους διατροφής.

Βασικός άξονας ενός πιθανού ανασχεδιασμού των ευρωπαϊκών πολιτικών πρέπει να είναι η μείωση της εξάρτησης από τις εισαγωγές σε βασικά διατροφικά προϊόντα και ζωοτροφές, όπως και στα αγροτικά εφόδια και την ενέργεια.

Για να γίνει αυτό πρέπει να δοθούν σοβαρά κίνητρα στους παραγωγούς να στραφούν στις καλλιέργειες που θα καλύψουν ένα μέρος των αναγκών. Αυτά δεν πρέπει να γίνουν όμως σε βάρος των πολιτικών αντιμετώπισης της κλιματικής κρίσης, αλλά θα πρέπει να συνδυαστούν με τις πολιτικές της Πράσινης Συμφωνίας και τις στρατηγικές για τη Βιοποικιλότητα και «από το χωράφι στο πιάτο» που στοχεύουν, μεταξύ άλλων, στη μείωση των εκπομπών του διοξειδίου του άνθρακα, στη μείωση των λιπασμάτων, των φυτοφαρμάκων, την ενίσχυση της κυκλικής οικονομίας, τη μείωση της σπατάλης τροφίμων αλλά και την σταδιακή αντικατάσταση των ζωικών πρωτεϊνών με φυτικές.

Πόσο δύσκολο είναι να υπάρξει αλλαγή στην γεωργική και ζωική παραγωγή, προκειμένου να καλυφθούν οι νέες ανάγκες, σε συνδυασμό με την προστασία του περιβάλλοντος; 

Χ. Κασίμης: Τόσο η κλιματική και περιβαλλοντική κρίση όσο και η απειλούμενη διατροφική, θέτουν στην καρδιά των συζητήσεων την θέση και τον ρόλο της εντατικής κτηνοτροφίας και των ζωοτροφών αφού ένα σημαντικό μέρος των καλλιεργούμενων εκτάσεων της ΕΕ αφορά σε ζωοτροφές για την κτηνοτροφία ενώ παράλληλα στην κτηνοτροφία αποδίδεται το 14.5% των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα παγκοσμίως με σοβαρές επιπτώσεις τόσο στο κλίμα όσο και στην βιοποικιλότητα.

Η μείωση της εξάρτησης από τις εισαγόμενες ζωοτροφές και η στροφή προς την κατανάλωση που θα στηρίζεται περισσότερο στα φυτικά προϊόντα αποτελεί στρατηγικό στόχο της Ε.Ε. για ένα αυτόνομο και ανθεκτικό διατροφικό σύστημα.

Η Ουκρανική κρίση όμως αναζωπύρωσε την αντιπαράθεση για την εφαρμογή της πράσινης ατζέντας. Η αντιπαράθεση εμφανίζεται ως μια αντιπαράθεση μεταξύ αυτών που δίνουν προτεραιότητα στην παραγωγή για την διασφάλιση της επισιτιστικής ασφάλειας και αυτών που δίνουν προτεραιότητα στο περιβάλλον και το κλίμα. Πρόκειται όμως και για μια αντιπαράθεση που εμπλέκει συμφέροντα των διάφορων λόμπι και ομάδων πίεσης σε όλο το μήκος της αλυσίδας αξίας του αγροδιατροφικού τομέα.

Η άρση ενός τέτοιου αδιεξόδου προϋποθέτει τον σοβαρό σχεδιασμό και ενίσχυση  μιας πολιτικής που θα αξιοποιεί την καινοτομία, την τεχνολογία, την ψηφιοποίηση και την γνώση για την αύξηση της παραγωγικότητας, την οικονομική και περιβαλλοντική βιωσιμότητα και την διασφάλιση της επισιτιστικής ασφάλειας, «κάνοντας περισσότερα με λιγότερα».  Η σύνδεση της δράσης για την κλιματική αλλαγή με την επισιτιστική ασφάλεια φαίνεται να είναι αδιαμφισβήτητη.

Μάθετε πρώτοι τα τελευταία νέα
Ακολουθήστε μας στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Get real time updates directly on you device, subscribe now.

This website uses cookies to improve your experience. We'll assume you're ok with this, but you can opt-out if you wish. Accept Read More