Η υπόσχεση των κολοσσών της τεχνολογίας για μια καθολική οικονομική ευημερία μέσω της Τεχνητής Νοημοσύνης (AI) προσκρούει με πάταγο πάνω στα πρώτα σκληρά μακροοικονομικά δεδομένα. Τα στοιχεία της Eurostat και η πρόσφατη ανάλυση της Oxford Economics αποκαλύπτουν μια πραγματικότητα που απέχει πολύ από τα ιδανικά σενάρια: η τεχνητή νοημοσύνη δεν εξελίσσεται σε έναν οριζόντιο επιταχυντή της ευρωπαϊκής οικονομίας, αλλά σε έναν μηχανισμό που διευρύνει τις ανισότητες μεταξύ των κρατών-μελών, με την Ελλάδα να βρίσκεται εγκλωβισμένη στη ζώνη των ουραγών.
Η Γεωγραφία της Ψηφιακής Υπεροχής
Το βασικό συμπέρασμα των αναλυτών είναι ότι το AI δεν προσφέρει «δωρεάν» οφέλη. Απαιτείται μια κρίσιμη μάζα επενδύσεων και υιοθέτησης προκειμένου η τεχνολογία να μεταφραστεί σε μετρήσιμα οικονομικά αποτελέσματα.
Αυτό το «κατώφλι αποδοτικότητας» έχουν καταφέρει να προσπεράσουν μέχρι στιγμής μόνο πέντε χώρες του ευρωπαϊκού Βορρά: Δανία, Φινλανδία, Σουηδία, Βέλγιο και Λουξεμβούργο. Με την ενσωμάτωση του AI στις επιχειρήσεις τους να κυμαίνεται σε εντυπωσιακά ποσοστά (33% έως 42%), οι οικονομίες αυτές κατέγραψαν μια επιπλέον ποσοστιαία μονάδα στην ετήσια αύξηση της παραγωγικότητάς τους σε σχέση με τον ιστορικό τους μέσο όρο.
Στον αντίποδα, για τις υπόλοιπες 23 χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης που παραμένουν κάτω από αυτό το όριο, η εικόνα είναι στάσιμη έως οριακά αρνητική, επιβεβαιώνοντας ότι η τεχνολογική υστέρηση τιμωρείται άμεσα στις διεθνείς αγορές.
Το Ελληνικό Παράδοξο της «Αποψηφιοποίησης»
Στον σχετικό χάρτη της Eurostat, η Ελλάδα καταλαμβάνει την τέταρτη θέση από το τέλος, με μόλις το 8,93% των επιχειρήσεων μεσαίου και μεγάλου μεγέθους να χρησιμοποιούν έστω και μία βασική εφαρμογή τεχνητής νοημοσύνης. Το μέγεθος αυτό μας καθηλώνει στην ίδια αναπτυξιακή βαθμίδα με τη Βουλγαρία και την Πολωνία.
Ωστόσο, το πιο ανησυχητικό εύρημα της έκθεσης είναι η τάση υποχώρησης του ποσοστού αυτού στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια της τελευταίας χρονιάς. Η δημοσιογραφική ανάγνωση πίσω από τους αριθμούς αποκαλύπτει μια βαθιά δομική αδυναμία: η τρέχουσα δυναμική της ελληνικής οικονομίας δεν στηρίζεται σε κλάδους υψηλής έντασης γνώσης, αλλά στην υπερσυγκέντρωση νέων επιχειρήσεων σε παραδοσιακούς, χαμηλής τεχνολογικής εξειδίκευσης τομείς, όπως η εστίαση, ο τουρισμός και το λιανικό εμπόριο.
Ο Μηχανισμός της «Αόρατης» Περικοπής Θέσεων Εργασίας
Η έρευνα της Oxford Economics φέρνει στο φως και μια αναπάντεχη παράπλευρη απώλεια. Η αύξηση της παραγωγικότητας στις προηγμένες χώρες δεν συνοδεύτηκε από μια ανάλογη έκρηξη στην παραγωγή νέων προϊόντων ή υπηρεσιών. Αντίθετα, επιτεύχθηκε μέσω της βελτιστοποίησης του υφιστάμενου έργου με λιγότερο προσωπικό.
Η ουσία της εξέλιξης: Οι επιχειρήσεις που πρωταγωνιστούν στην υιοθέτηση του AI δεν προχωρούν σε μαζικές απολύσεις που θα προκαλούσαν κοινωνική αναταραχή, αλλά εφαρμόζουν μια στρατηγική «αθόρυβου παγώματος» των προσλήψεων. Η τεχνολογία αντικαθιστά την ανάγκη για νέο αίμα στην αγορά εργασίας.
Το Διακύβευμα για την Εγχώρια Οικονομία
Για την Ελλάδα, το καμπανάκι του κινδύνου δεν αφορά το αν οι αλγόριθμοι θα αντικαταστήσουν άμεσα τον Έλληνα εργαζόμενο, αλλά το αν οι ελληνικές επιχειρήσεις θα αντέξουν τον διεθνή ανταγωνισμό.
Όσο το εγχώριο παραγωγικό μοντέλο αρνείται να ενσωματώσει τα εργαλεία της νέας βιομηχανικής επανάστασης, το κόστος λειτουργίας των ελληνικών επιχειρήσεων θα παραμένει δυσανάλογα υψηλό σε σχέση με το εξωτερικό. Αν δεν υπάρξει άμεση, συντονισμένη στροφή προς την ψηφιακή αναβάθμιση και τη χρηματοδότηση της καινοτομίας, η απόσταση που μας χωρίζει από την ευρωπαϊκή πρωτοπορία κινδυνεύει να γίνει μη αναστρέψιμη.
