Η ελληνική δικαιοσύνη εισέρχεται σε μια νέα ψηφιακή εποχή με την παρουσία του προγράμματος «Υπηρεσίες Τηλεδιάσκεψης και Ηλεκτρονικό Πινάκιο». Το πρόγραμμα αυτό, στοχεύει στην επιτάχυνση και αναβάθμιση του συστήματος απονομής δικαιοσύνης μέσω της αξιοποίησης σύγχρονων τεχνολογικών εργαλείων.
Σύμφωνα με τον υπουργό Δικαιοσύνης, Γιώργο Φλωρίδη, η ψηφιακή μετάβαση θα οδηγήσει σε βελτιωμένες υπηρεσίες για όλους όσους εμπλέκονται. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη μείωση των μεταγωγών κρατουμένων από τα σωφρονιστικά καταστήματα στα δικαστήρια, γεγονός που θα εξοικονομήσει πολύτιμους πόρους για την ελληνική αστυνομία.
Επιπλέον, οι πολίτες, θα έχουν την δυνατότητα να καταθέτουν από απόσταση, ενώ οι Έλληνες του εξωτερικού θα μπορούν να καταθέτουν από τα προξενεία.
Ο υπουργός Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Δημήτρης Παπαστεργίου, τόνισε ότι η δικαιοσύνη αλλάζει εποχή, με την τεχνητή νοημοσύνη να αναλαμβάνει επιμέρους διοικητικά καθήκοντα.
Από την πλευρά του, ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη, Ιωάννης Λιμπερόπουλος, χαρακτήρισε τις υπηρεσίες «επανάσταση και σπουδαία μεταρρύθμιση», επισημαίνοντας ότι το 2024 πραγματοποιήθηκαν 53.689 μεταγωγές, στις οποίες απασχολήθηκαν 35.237 υπάλληλοι.
Η ετήσια εξοικονόμηση από την ψηφιακή μετάβαση αναμένεται να ξεπεράσει τα 3 εκατομμύρια ευρώ.
Ο υφυπουργός Δικαιοσύνης, Ιωάννης Μπούγας, αναφέρθηκε στα μελλοντικά σχέδια, όπως η ψηφιακή δίκη και ο ηλεκτρονικός φάκελος σε όλες τις δικαιοδοσίες. Ο νέος Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, που θα τεθεί σε εφαρμογή από το επόμενο δικαστικό έτος, περιλαμβάνει συγκεκριμένη διάταξη για τον ηλεκτρονικό φάκελο, ο οποίος θα μεταβιβάζεται ψηφιακά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και στο δικαστήριο που θα κρίνει το ένδικο μέσο της αναίρεσης.
Ο διευθύνων σύμβουλος της Κοινωνίας της Πληροφορίας, Σταύρος Ασθενίδης, επεσήμανε ότι ο ψηφιακός μετασχηματισμός της δικαιοσύνης αποτελεί κρίσιμο βήμα για τον εκσυγχρονισμό και την αποδοτικότητα του συστήματος απονομής δικαιοσύνης.
Συνοπτικά, η εφαρμογή του προγράμματος «Υπηρεσίες Τηλεδιάσκεψης και Ηλεκτρονικό Πινάκιο» αναμένεται να συμβάλει στην αναβάθμιση της διοικητικής ικανότητας των δικαστηρίων, στη μείωση των οικονομικών βαρών που φέρνουν οι μετακινήσεις και στην αποτροπή της δευτερογενούς θυματοποίησης ευάλωτων ομάδων, όπως κακοποιημένες γυναίκες και παιδιά.
