Αξιωματικός της Πολεμικής Αεροπορίας κατηγορείται για εκβιασμό, απειλή, παραβίαση προσωπικών δεδομένων και διασπορά ερωτικού υλικού χωρίς συναίνεση, σε βάρος της πρώην συντρόφου του. Σύμφωνα με τη δικογραφία, ο πιλότος διατηρούσε σχέση με τη γυναίκα, η οποία τερματίστηκε τον Σεπτέμβριο του 2024. Ωστόσο, εκείνος δεν αποδέχτηκε τον χωρισμό και άρχισε να την παρενοχλεί συστηματικά.
Η κατάσταση κορυφώθηκε στις 31 Μαρτίου 2025, όταν της έστειλε απειλητικά μηνύματα, απαιτώντας να συνευρεθούν σεξουαλικά τρεις φορές την ίδια ημέρα, υπό την απειλή ότι θα δημοσιοποιούσε βίντεο ερωτικών τους στιγμών στους συναδέλφους της και στην Πολεμική Αεροπορία. Το ίδιο βράδυ, η γυναίκα έντρομη διαπίστωσε πως ο κατηγορούμενος την παρακολουθούσε από κομμωτήριο απέναντι από το σπίτι της, ενώ στο σπίτι βρισκόταν μόνος ο ανήλικος γιος της. Κάλεσε άμεσα την Άμεση Δράση και οι αστυνομικοί προχώρησαν στη σύλληψη του πιλότου. Το κινητό του κατασχέθηκε για ανάλυση, ενώ η έρευνα παραμένει σε εξέλιξη, διερευνώντας αν το υλικό έχει διαρρεύσει.
Η κατάθεση της παθούσας περιγράφει αναλυτικά την ψυχολογική και σωματική ομηρία που βίωνε επί μήνες. Από τα μέσα του 2024 και μετά την κατάθεση μήνυσης για ενδοοικογενειακή βία εις βάρος του, ο κατηγορούμενος ξεκίνησε οργανωμένη παρενόχληση. Την παρακολουθούσε καθημερινά, εμφανιζόταν κάτω από το σπίτι και τον χώρο εργασίας της, απαιτώντας να αποσύρει τη μήνυση. Οι απειλές του κυμαίνονταν από υποσχέσεις συμφιλίωσης μέχρι ωμές απειλές κατά της ζωής της και του παιδιού της, αλλά και διαρροή του ερωτικού υλικού.
Η γυναίκα αναφέρει ότι ο πιλότος είχε υποσχεθεί τον Δεκέμβριο του 2024 να διαγράψει τα βίντεο, αλλά η παρενόχληση συνεχίστηκε. Στις 3 Μαρτίου 2025, της έστειλε e-mail με στιγμιότυπα ερωτικών τους στιγμών που είχαν καταγραφεί εν αγνοία της μέσω κρυφής κάμερας στο σπίτι του. Ακολούθησαν απειλητικές κλήσεις, με τον κατηγορούμενο να την εκβιάζει να τον επισκεφθεί αλλιώς θα δημοσίευε τα βίντεο στην οικογένεια, στους συναδέλφους της και σε δημόσιες υπηρεσίες όπου εργάζεται.
Η ψυχολογική πίεση κλιμακώθηκε όταν, στις 31 Μαρτίου, ο κατηγορούμενος της έστειλε νέο μήνυμα, απαιτώντας καθημερινές σεξουαλικές συνευρέσεις αλλιώς θα υλοποιούσε τις απειλές του. Εκείνο το βράδυ, εμφανίστηκε έξω από το σπίτι της, γεγονός που την τρόμαξε και την ανάγκασε να καλέσει βοήθεια. Η γιαγιά του παιδιού επιβεβαίωσε ότι τον είδε στο κομμωτήριο απέναντι από την πολυκατοικία.
Η γυναίκα δήλωσε ότι, μετά τον χωρισμό, δεχόταν δεκάδες τηλεφωνήματα και μηνύματα καθημερινά, δώρα και λουλούδια, παρακολούθηση σε καταστήματα, ακόμα και πιέσεις να τον παντρευτεί, μερικές φορές παρουσία συγγενών του. Σε άλλο e-mail που κατέθεσε στις αρχές, ο πιλότος της έστειλε γυμνές φωτογραφίες του με το γράμμα “Α” χαραγμένο στο μόριο του, λέγοντας ότι θα κάνει τατουάζ το αρχικό της.
Σημαντικό ρόλο στην υπόθεση παίζει και μια προηγούμενη μήνυση της γυναίκας, στις 30 Σεπτεμβρίου 2024, για ενδοοικογενειακή βία. Τότε, ο κατηγορούμενος είχε εισβάλει στο σπίτι της, είχε ξεγυμνωθεί, ρίξει νερό στον ανήλικο γιο της και επιδείξει τα γεννητικά του όργανα, αποκαλώντας το παιδί “καθυστερημένο” και εκείνη “π…” προκαλώντας σοκ και τρόμο. Η δικογραφία για εκείνο το περιστατικό εκκρεμεί ακόμη στην Εισαγγελία Αθηνών.
Από την πλευρά του, ο κατηγορούμενος πιλότος αρνήθηκε τις κατηγορίες, ισχυριζόμενος πως η σχέση τους ήταν παθιασμένη και ότι δεν υπήρξε ποτέ εκβιασμός ή απειλή. Υποστήριξε ότι τα ερωτικά μηνύματα και οι φωτογραφίες είχαν στόχο να “την ερεθίσουν” και να την επαναφέρουν στη σχέση τους.
Η υπόθεση παραμένει ανοιχτή, ενώ εξετάζεται εάν έχουν ληφθεί πειθαρχικά μέτρα εις βάρος του αξιωματικού από την Πολεμική Αεροπορία.
