Νέα δεδομένα και κρίσιμες καταθέσεις φωτίζουν σταδιακά το διπλό φονικό στη Φοινικούντα, με τις αποκαλύψεις γύρω από τη διαθήκη του 68χρονου ιδιοκτήτη του κάμπινγκ και το τηλεφώνημα-μυστήριο να προκαλούν έντονο ενδιαφέρον. Ο ανιψιός του θύματος κατέθετε επί 6,5 ώρες, ενώ η ανιψιά επιβεβαίωσε ότι το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας πήγαινε στον επιστάτη.
6,5 ώρες κατάθεση στον ανακριτή
Σύμφωνα με πληροφορίες, η συμπληρωματική κατάθεση του 33χρονου ανιψιού του 68χρονου διήρκησε 6,5 ώρες. Στο πλευρό του βρισκόταν η σύντροφός του, αυτόπτης μάρτυρας της μοιραίας νύχτας. Ο ίδιος υποστήριξε ότι συνεργάζεται πλήρως με τις Αρχές και ζήτησε την παραδειγματική τιμωρία των ενόχων, τονίζοντας ότι επιθυμεί την πλήρη διαλεύκανση της υπόθεσης.
Ο συνήγορός του, Γιάννης Βέρας, χαρακτήρισε τη διαδικασία “απαραίτητη και δικονομικά ορθή” πριν τις απολογίες των κατηγορουμένων, σημειώνοντας ότι ο πελάτης του θεωρείται και ο ίδιος θύμα της υπόθεσης, καθώς τραυματίστηκε τη νύχτα του εγκλήματος.
Η διαθήκη που αλλάζει τα δεδομένα
Σύμφωνα με την κατάθεση της ανιψιάς του θύματος, το μεγαλύτερο ποσοστό από τη διαθήκη του 68χρονου επιχειρηματία πήγαινε στον επιστάτη του κάμπινγκ, τον άνθρωπο που για χρόνια εργαζόταν στο πλευρό του και θεωρούνταν σχεδόν «δεξί του χέρι». Όπως υποστήριξε η ίδια, ο θείος της εμπιστευόταν πλήρως τον επιστάτη, τον είχε βοηθήσει οικονομικά και είχε εκφράσει επανειλημμένα την πρόθεσή του να τον «ανταμείψει» για την αφοσίωσή του.
Η διαθήκη, σύμφωνα με πηγές από το οικογενειακό περιβάλλον, προέβλεπε ότι ο επιστάτης θα κληρονομούσε όχι μόνο ποσοστό από τα έσοδα του κάμπινγκ, αλλά και συγκεκριμένα ακίνητα που βρίσκονται στην ευρύτερη περιοχή της Μεσσηνίας. Το γεγονός αυτό είχε προκαλέσει ένταση μέσα στο καλοκαίρι, καθώς συγγενείς του 68χρονου διαφωνούσαν ανοιχτά με την απόφασή του, θεωρώντας «αδιανόητο» να αφήσει τόσο μεγάλο μέρος της περιουσίας του σε έναν υπάλληλο.
Η ανιψιά του θύματος παραδέχθηκε ότι οι σχέσεις στην οικογένεια είχαν διαρραγεί, ενώ ο 68χρονος είχε αποκαλέσει την ίδια «αχάριστη» ύστερα από έναν έντονο καβγά για ένα σπίτι που της είχε παραχωρήσει. Παρά τις εντάσεις, η ίδια υποστήριξε ότι δεν γνώριζε τίποτα για τυχόν τροποποιήσεις στη διαθήκη ή αν υπήρχαν άλλα πρόσωπα που ενδέχεται να ωφελούνται από αυτήν.
Για τις αρχές, το περιεχόμενο της διαθήκης θεωρείται πλέον κομβικό στοιχείο της έρευνας, καθώς μπορεί να εξηγήσει ενδεχόμενα οικονομικά ή προσωπικά κίνητρα πίσω από το διπλό φονικό.
Η περιουσία των 30 εκατομμυρίων και η σχέση εξάρτησης με τον επιστάτη
Όπως κατέθεσε η ανιψιά του θύματος, ο 68χρονος ιδιοκτήτης του κάμπινγκ είχε «χτίσει» από το μηδέν μια περιουσία που, σύμφωνα με την ίδια, ξεπερνά τα 30 εκατομμύρια ευρώ. Περιέγραψε τον θείο της ως έναν άνθρωπο «ιδιόρρυθμο και απόλυτο», που ήθελε πάντα να γίνεται το δικό του και απαιτούσε από όσους εξαρτιόνταν οικονομικά από εκείνον «να του κάνουν όλα τα χατίρια». «Αν κάποιος τον δυσαρεστούσε, μπορούσε να τον αφήσει ακόμα και χωρίς φαγητό», είπε χαρακτηριστικά.
Η μάρτυρας στάθηκε ιδιαίτερα στη σχέση του θείου της με τον επιστάτη του, τον οποίο αποκάλεσε «τον μόνο άνθρωπο που άντεχε να στέκεται δίπλα του». Όπως κατέθεσε, ο 68χρονος του είχε τρομερή αδυναμία:
«Τον ζούσε, τον έντυνε με ακριβά ρούχα, του είχε αγοράσει Mercedes και μου είχε πει πως το μεγαλύτερο ποσοστό της διαθήκης του θα πήγαινε σ’ αυτόν». Η ίδια υπογράμμισε ότι ο επιστάτης ανταπέδιδε αυτή την αφοσίωση, ενώ επιβεβαίωσε πως οι δύο άνδρες διατηρούσαν σχέση αμοιβαίας εμπιστοσύνης και εξάρτησης.
Σύμφωνα με την κατάθεση, οι σχέσεις του επιστάτη με τον ανιψιό του θύματος, δεν ήταν καλές χωρίς όμως να είναι γνωστός ο λόγος. «Όταν ρωτούσα τον θείο μου αν υπήρχαν κληρονομικά ζητήματα ανάμεσά τους, μου έλεγε “όχι”, αλλά ο επιστάτης δεν τον συμπαθούσε καθόλου», είπε χαρακτηριστικά.
Η ανιψιά αποκάλυψε επίσης ένα επεισόδιο που φαίνεται να είχε προκαλέσει μεγάλη ρήξη στην οικογένεια, πριν από περίπου τέσσερα χρόνια, μετά από μια κλοπή 20.000 ευρώ που είχε γίνει τότε όπου ο 68χρονος θείος είχε κατηγορήσει ανοιχτά τον ανιψιό του, θεωρώντας τον πιθανό υπεύθυνο. Μάλιστα, σύμφωνα με την ίδια, «είχε πει ότι θα γράψει γράμματα, ώστε αν του συνέβαινε κάτι, να θεωρηθεί υπεύθυνος ο ανιψιός του».
Παρά τις έντονες καχυποψίες εκείνης της περιόδου, η σχέση των δύο ανδρών φάνηκε να αποκαθίσταται τα τελευταία χρόνια. «Τα τελευταία δύο-τρία χρόνια είχαν ξαναέρθει κοντά», κατέθεσε η ανιψιά, αφήνοντας ωστόσο να εννοηθεί πως ο θείος της ποτέ δεν έπαψε να τον φοβάται για την περιουσία του.
Το τηλεφώνημα-μυστήριο
Κομβικό σημείο στη δικογραφία παραμένει το τηλεφώνημα που φέρεται να έκανε ο 33χρονος, μισή ώρα μετά το φονικό, χρησιμοποιώντας το κινητό της συντρόφου του. Ο αριθμός που κάλεσε ανήκει, σύμφωνα με τις έρευνες, στον εργοδότη του 22χρονου που κατηγορείται ως ηθικός αυτουργός. Ο ανιψιός, πάντως, ισχυρίστηκε ότι πρόκειται για “ένα τυχαίο τηλεφώνημα που δεν συνδέεται με την υπόθεση”.
Οι ανακριτικές αρχές εξετάζουν τα δεδομένα των επικοινωνιών, ενώ δεν αποκλείεται να ζητηθεί νέα ανάλυση των κλήσεων και των κινήσεων των εμπλεκομένων.
Η μαρτυρία της συντρόφου
Η σύντροφος του ανιψιού, που ήταν στο κάμπινγκ τη νύχτα του φονικού, περιέγραψε την τρομακτική στιγμή των πυροβολισμών. Όπως είπε, ενώ μιλούσε στο τηλέφωνο με τη μητέρα της, άκουσε διαδοχικά “μπαμ” και αμέσως είδε τον σύντροφό της να μπαίνει στο εστιατόριο φωνάζοντας: «Βοήθεια, πάρτε το 100!».
Ο ίδιος, σε κατάσταση σοκ, φέρεται να επαναλάμβανε μόνο ότι “είναι νεκροί”, ενώ λίγο αργότερα, οι αστυνομικοί εντόπισαν τα δύο θύματα πίσω από τη ρεσεψιόν.
Οι επόμενες κινήσεις της ανάκρισης
Η ανακρίτρια Πρωτοδικών Καλαμάτας αναμένεται τις επόμενες ημέρες να καλέσει εκ νέου βασικούς μάρτυρες, προκειμένου να αποσαφηνιστούν τα κενά γύρω από τη σκηνή του εγκλήματος και τα οικονομικά δεδομένα των εμπλεκομένων. Στην υπόθεση, εκτός από τον 33χρονο ανιψιό, εμπλέκονται δύο ακόμη πρόσωπα, μεταξύ των οποίων και ο 22χρονος οδηγός του σκούτερ που φέρεται να αναγνωρίστηκε ως ο φυσικός αυτουργός.
Η υπόθεση της Φοινικούντας μοιάζει με γρίφο που λύνεται κομμάτι-κομμάτι. Η διαθήκη που αλλάζει ισορροπίες, το τηλεφώνημα που παραμένει ανεξήγητο και οι πολύωρες καταθέσεις δείχνουν ότι η έρευνα έχει ακόμα δρόμο. Το ζητούμενο, όμως, παραμένει ένα: να αποκαλυφθεί ποιος και γιατί όπλισε το χέρι του δολοφόνου.
