Έπειτα από τριάντα χρόνια και 25 χρόνια μετά την αμετάκλητη απόφαση του Αρείου Πάγου, το ζήτημα των γερμανικών αποζημιώσεων για τη σφαγή του Διστόμου επανέρχεται δυναμικά στο προσκήνιο.
Η πληρεξούσια δικηγόρος δύο κληρονόμων επιζώντων της ναζιστικής θηριωδίας κατέθεσε εξώδικη αίτηση προς τον Υπουργό Δικαιοσύνης Γιώργο Φλωρίδη, ζητώντας την άδεια εκτέλεσης της απόφασης 137/1997 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λειβαδιάς. Με την απόφαση εκείνη είχε αναγνωριστεί η υποχρέωση του Γερμανικού Δημοσίου να καταβάλει αποζημιώσεις στα θύματα και στους συγγενείς τους για τη σφαγή του 1944.
Η απόφαση που δεν εφαρμόστηκε ποτέ
Παρά την αμετάκλητη δικαστική κρίση, το Γερμανικό Δημόσιο δεν έχει καταβάλει ποτέ τα ποσά που επιδικάστηκαν. Σύμφωνα με το εξώδικο, το ύψος της οφειλής έχει πλέον υπερδιπλασιαστεί λόγω των τόκων υπερημερίας, ενώ η Γερμανία, όπως καταγγέλλεται, προχώρησε στην εκποίηση ή διπλωματική προστασία περιουσιακών στοιχείων της στην Ελλάδα ώστε να εμποδίσει την αναγκαστική εκτέλεση.
Το νομικό εμπόδιο του άρθρου 923
Για να προχωρήσει η εκτέλεση της απόφασης, απαιτείται —βάσει του άρθρου 923 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας— άδεια του Υπουργού Δικαιοσύνης. Με την εξώδικη δήλωση, οι κληρονόμοι ζητούν από τον υπουργό να χορηγήσει αυτή την άδεια, ώστε να μπορέσουν να κινηθούν δικαστικά κατά περιουσιακών στοιχείων του Γερμανικού Δημοσίου στην Ελλάδα.
Παράλληλα, ζητούν την κατάργηση του ίδιου του άρθρου 923, το οποίο, όπως υποστηρίζουν, λειτουργεί ως θεσμικό εμπόδιο στην απόδοση δικαιοσύνης και στην εκτέλεση αμετάκλητων αποφάσεων ελληνικών δικαστηρίων.
Η ιστορική διάσταση
Η σφαγή του Διστόμου, στις 10 Ιουνίου 1944, υπήρξε ένα από τα φρικτότερα εγκλήματα των ναζιστικών κατοχικών δυνάμεων, με 218 Έλληνες αμάχους να δολοφονούνται. Το Δίστομο παραμένει σύμβολο μνήμης και δικαίωσης, και το αίτημα των αποζημιώσεων εξακολουθεί να αποτελεί εκκρεμότητα μεταξύ Ελλάδας και Γερμανίας στο νομικό και πολιτικό επίπεδο.
