Ραγδαίες εξελίξεις σημειώθηκαν τη Δευτέρα (12/1/2025) στην πολύκροτη υπόθεση της Ειρήνη Μουρτζούκου, με τη νεαρή γυναίκα να καταθέτει νέα στοιχεία στη Δικαιοσύνη μέσα σε ένα USB με αποδεικτικό υλικό για τον θάνατο του μικρού Παναγιωτάκη.
Παρότι έχει ομολογήσει τις δολοφονίες τεσσάρων άλλων παιδιών, επιμένει ότι δεν φέρει καμία ευθύνη για τον συγκεκριμένο θάνατο, υποστηρίζοντας πως όσα είχε πει αρχικά δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα.
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ του Live News, η νέα κατάθεση αλλάζει εκ βάθρων το σκηνικό για την κρίσιμη ημέρα του θανάτου του παιδιού, φέρνοντας στο προσκήνιο διαφορετική εκδοχή για το ποιος βρισκόταν με τον Παναγιωτάκη όταν παρουσίασε το μοιραίο επεισόδιο.
«Η μητέρα ήταν με το παιδί – όχι εγώ»
Μέχρι σήμερα, η κυρίαρχη εκδοχή ήθελε τη μητέρα του παιδιού να βρίσκεται στο μπάνιο, όταν ο Παναγιωτάκης παρουσίασε επιδείνωση της υγείας του. Πλέον, η Ειρήνη Μουρτζούκου ισχυρίζεται το αντίθετο: ότι εκείνη ήταν στο μπάνιο, ενώ η μητέρα βρισκόταν στον ίδιο χώρο με το παιδί.
Στην αναλυτική περιγραφή της ημέρας, αναφέρει πως νωρίς το πρωί ξύπνησε πρώτη η Φωτεινή, φίλη της μητέρας του παιδιού, η οποία –όπως λέει– βιαζόταν ασυνήθιστα να φύγει για τα Λεχαινά. Η ίδια την μετέφερε στα ΚΤΕΛ και επέστρεψε στο σπίτι, όπου εν τω μεταξύ είχε ξυπνήσει ο Παναγιωτάκης και έμεινε με τη μητέρα του.
Ένταση, εκνευρισμός και βαριές καταγγελίες
Η Μουρτζούκου περιγράφει ότι το παιδί δεν είχε όρεξη να φάει, γεγονός εκνεύρισε τη μητέρα του. Κάνει λόγο για έντονη συμπεριφορά και ύβρεις προς το παιδί, ενώ υποστηρίζει ότι εκείνη την περίοδο η μητέρα είχε κουραστεί από τις ευθύνες και «ζητούσε την ελευθερία της».
Μάλιστα, ισχυρίζεται ότι της είχε εκφράσει πως προτιμούσε να μην υπάρχει ο Παναγιωτάκης στη ζωή της και ότι η ίδια της είχε προτείνει να αναλάβει εκείνη την ανατροφή του παιδιού.
«Έλειψα 5–10 λεπτά – δεν είχα οπτική επαφή»
Η κρίσιμη στιγμή, σύμφωνα με τη νέα κατάθεση, έρχεται λίγο μετά το μεσημέρι. Η Ειρήνη Μουρτζούκου δηλώνει πως πήγε στο μπάνιο για δουλειές του σπιτιού, ενώ η μητέρα θα πρόσεχε το παιδί. Όπως λέει, έλειψε συνολικά 5 έως 10 λεπτά χωρίς οπτική επαφή με τον Παναγιωτάκη.
Τότε, όπως περιγράφει, άκουσε τη μητέρα να φωνάζει πως το παιδί δεν είναι καλά. Βγαίνοντας από το μπάνιο, το βρήκε στο καρότσι του και προσπάθησε να του κάνει μαλάξεις, πιστεύοντας ότι ήταν ακόμη ζωντανό, καθώς ήταν ζεστό και έκανε εμετό με κόκκινο χρώμα.
«Είπα όσα μου είχαν υποδείξει για να την καλύψω»
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνει η Μουρτζούκου στους ισχυρισμούς περί χειραγώγησής της μετά το περιστατικό. Καταγγέλλει ότι η μητέρα του παιδιού την πίεσε να μη μιλήσει στους αστυνομικούς και να πει συγκεκριμένα πράγματα, τα οποία όπως λέει είχαν προσυμφωνηθεί με τη γιαγιά του παιδιού.
Σύμφωνα με την κατάθεσή της, ο στόχος ήταν να μη φανεί ότι το παιδί «έφυγε» από τα χέρια της μητέρας, ώστε να μην κινδυνεύσει να χάσει την επιμέλεια του άλλου παιδιού της.
«Χειραγωγούμενη, είπα αυτά που μου είχαν υποδείξει», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Τα νέα στοιχεία και η στάση της υπεράσπισης
Ο δικηγόρος της, Νίκος Αλεξανδρής, δηλώνει βέβαιος ότι η νέα κατάθεση αποτυπώνει «τη μία και μοναδική αλήθεια», τονίζοντας πως στη Δικαιοσύνη κατατέθηκε USB με αποδεικτικό υλικό.
Όπως ανέφερε, υπάρχουν εκατοντάδες καταγεγραμμένες συνομιλίες της κατηγορούμενης με τη μητέρα του Παναγιωτάκη, την στιγμή που η μητέρα του Παναγιωτάκη υποστηρίζει ότι έχει κόψει τις επαφές πάνω από 9 μήνες με την Μουρτζούκου και ότι δεν είχαν καμία επικοινωνία.
Μάλιστα σε συγκεκριμένο στοιχείο λέει ότι ή ίδια κρυβόταν κάτω από το κρεββάτι όταν η αστυνομία πήγε στο σπίτι της μητέρας του Παναγιωτάκη, καθώς δεν ήθελε μητέρα και γιαγιά να δουν ότι είχε ακόμα επαφές μαζί της
Παράλληλα, ξεκαθαρίζει ότι όλοι οι εμπλεκόμενοι θα κληθούν εκ νέου και πως η έρευνα βρίσκεται σε κομβικό σημείο, καθώς δεν αποκλείεται να προκύψουν νέες κατηγορίες.
Έρευνα σε νέα βάση
Η νέα κατάθεση της Ειρήνης Μουρτζούκου ανοίγει έναν ακόμη κύκλο ερευνών για τον θάνατο του Παναγιωτάκη, μετατοπίζοντας το βάρος των ευθυνών και φέρνοντας στο μικροσκόπιο πρόσωπα που μέχρι τώρα δεν είχαν βρεθεί στο επίκεντρο. Το επόμενο διάστημα αναμένεται κρίσιμο, καθώς η Δικαιοσύνη καλείται να ξεχωρίσει τι ειπώθηκε από φόβο, τι από χειραγώγηση και κυρίως τι ανταποκρίνεται στην αλήθεια.
