Σοκ, οργή και αναπάντητα ερωτήματα κυριαρχούν στα Τρίκαλα μετά τη φονική έκρηξη στη μπισκοτοβιομηχανία Βιολάντα, που στοίχισε τη ζωή σε πέντε εργαζόμενες γυναίκες.
Την ώρα που οι έρευνες των αρχών βρίσκονται σε εξέλιξη, οι μαρτυρίες συγγενών θυμάτων και εργαζομένων συγκρούονται ευθέως με όσα υποστηρίζουν στελέχη της επιχείρησης, σκιαγραφώντας δύο εντελώς διαφορετικές εικόνες για τις συνθήκες που επικρατούσαν στο εργοστάσιο πριν την τραγωδία.
«Δεν μπορούσαν να πάνε τουαλέτα χωρίς να κλείνουν τη μύτη τους». Η αδελφή της Έλενας Κατσαρού, που έχασε τη ζωή της στη φωτιά, καταγγέλλει ότι εδώ και καιρό υπήρχαν επαναλαμβανόμενες αναφορές για έντονη οσμή υγραερίου, ιδιαίτερα στους χώρους των τουαλετών και στα σιφώνια. Όπως ανέφερε, οι εργαζόμενες έφταναν στο σημείο να κλείνουν τη μύτη τους για να μπορέσουν να χρησιμοποιήσουν τις τουαλέτες, ενώ τα παράπονα προς τους υπευθύνους ήταν συχνά.
«Το ήξεραν οι υπεύθυνοι, αλλά δεν διορθώθηκε»
«Η αδερφή μου πήγε να δουλέψει και την έκαψαν. Έλεγαν όλες ότι μύριζε υγραέριο. Το ήξερε ο υπεύθυνος, το ήξερε και το αφεντικό. Τους έλεγαν να το φτιάξουν, αλλά τίποτα δεν γινόταν», σημείωσε, προσθέτοντας πως πολλές εργαζόμενες φοβούνται ακόμη και σήμερα να καταθέσουν στις αρχές.
Συγκλονιστική είναι και η περιγραφή διασωθέντα εργαζόμενου, σύμφωνα με τον οποίο η έκρηξη σημειώθηκε αιφνιδιαστικά, με τα πάνελ της οροφής να καταρρέουν και το δάπεδο να υποχωρεί.
Παρά τον κίνδυνο, κατάφερε να απεγκλωβίσει τρεις συναδέλφους του, ωστόσο πέντε γυναίκες παρέμειναν παγιδευμένες στο ισόγειο, καθώς το κτίριο τυλίχθηκε στις φλόγες και οι θερμοκρασίες ξεπέρασαν τους 1.000 βαθμούς Κελσίου.
Παράλληλα, η αδελφή του θύματος κατήγγειλε ότι στο παρελθόν είχαν σημειωθεί και άλλα εργατικά ατυχήματα, τα οποία δεν δηλώνονταν επίσημα ως τέτοια. «Στο νοσοκομείο είχαν φτάσει εργαζόμενοι με σπασμένα ή κομμένα δάχτυλα. Δεν δηλώνονταν εργατικά ατυχήματα για να μη “φορτωθεί” η επιχείρηση», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Υπεύθυνη νυχτερινής βάρδιας, «Δεν υπήρχε καμία ένδειξη κινδύνου»
Στον αντίποδα, η υπεύθυνη της νυχτερινής βάρδιας, η οποία απουσίαζε με άδεια το μοιραίο βράδυ, μιλώντας σε τηλεοπτική εκπομπή, υποστήριξε ότι στο εργοστάσιο δεν υπήρχε καμία ένδειξη κινδύνου. Σύμφωνα με τα λεγόμενά της, δεν γινόταν αντιληπτή οσμή, οι συνθήκες εργασίας ήταν κανονικές και τα συστήματα ασφαλείας λειτουργούσαν κανονικά, χαρακτηρίζοντας το εργοστάσιο «σύγχρονο και άψογα εξοπλισμένο».
«Δεν μύριζε τίποτα. Οι έλεγχοι ήταν συνεχείς, το εργοστάσιο ήταν καθαρό και τα μηχανήματα άρτια. Δεν μπορώ να εξηγήσω τι έγινε», δήλωσε, τονίζοντας πως αν δεν βρισκόταν σε άδεια, θα ήταν κι εκείνη παρούσα στη μοιραία βάρδια.
Οικογένειες ζητούν δικαίωση
Οι αντιφατικές μαρτυρίες δημιουργούν ένα ασφυκτικό πέπλο αμφιβολιών γύρω από τα αίτια της τραγωδίας, με τις οικογένειες των θυμάτων να ζητούν δικαίωση και πλήρη διαλεύκανση. «Θέλουμε να δικαιωθεί η μνήμη της αδερφής μου. Άφησε πίσω της ένα παιδί που λέει “η μαμά μου έφυγε”», λέει η αδελφή της Έλενας, περιγράφοντας έναν πόνο που δεν χωρά εξηγήσεις.
Η έρευνα της Δικαιοσύνης καλείται πλέον να απαντήσει στο κρίσιμο ερώτημα: υπήρχαν προειδοποιητικά σημάδια που αγνοήθηκαν ή πρόκειται για ένα αδιανόητο δυστύχημα χωρίς προηγούμενες ενδείξεις; Οι απαντήσεις θα κρίνουν όχι μόνο τις ευθύνες, αλλά και αν αυτή η τραγωδία θα γίνει αφετηρία για να μη ζήσουν άλλοι εργαζόμενοι τον ίδιο εφιάλτη.
