Η εικόνα μιας μητέρας δεμένης, φιμωμένης και σκεπασμένης με κουβέρτες μέσα στο ίδιο της το εξοχικό στοιχειώνει εδώ και χρόνια μια οικογένεια στη Σαλαμίνα. Η εκπομπή «Φως στο Τούνελ»
επανέφερε στο προσκήνιο την ανεξιχνίαστη δολοφονία της Φαιναρέτης Μπαξεβάνη, φωτίζοντας ξανά μια υπόθεση που παραμένει ανοιχτή πληγή.
Η μητέρα τριών παιδιών είχε μεταβεί στο εξοχικό της για να περάσει ένα ήσυχο Σαββατοκύριακο. Κανείς δεν φανταζόταν ότι κάποιος παραμόνευε. Σύμφωνα με τα στοιχεία, ο δράστης φέρεται να κρυβόταν σε εξωτερικό χώρο του σπιτιού πιθανότατα κοντά στην εξωτερική τουαλέτα και να της επιτέθηκε αιφνιδιαστικά.
Την ακινητοποίησε, τη χτύπησε καθώς έφερε μελανιά στο πρόσωπο την έδεσε χειροπόδαρα, τη φίμωσε και στη συνέχεια την έσυρε στο υπνοδωμάτιο. Εκεί την τοποθέτησε στο κρεβάτι, στο πλάι, και κάλυψε το σώμα της με κουβέρτες, σαν να ήθελε να κρύψει τη φρίκη.
«Αυτό που αντίκρυσα ούτε στον εχθρό μου να μη συμβεί»
Τα παιδιά της, Σταύρος και Παντελής Οικονομόπουλος, έσπασαν τη σιωπή τους. Ο Σταύρος, ο άνθρωπος που μπήκε πρώτος στο σπίτι, περιγράφει τη στιγμή που η ζωή τους άλλαξε για πάντα:
«Εκείνη την ημέρα η μητέρα μου είχε πάει στο εξοχικό μας με την προϋπόθεση ότι θα ερχόμουν και εγώ την επόμενη ημέρα όταν σχολούσα από τη δουλειά με τη γυναίκα και το παιδί μου. Συνήθιζε να μας περιμένει πάντα στην πόρτα.
Όταν έφτασα στο εξοχικό είδα την εξώπορτα κλειστή. Δεν ήταν κλειδωμένη. Την άνοιξα, μπήκα μέσα και φώναξα τη μητέρα μου αλλά δεν μου απάντησε κανείς. Θυμήθηκα ότι βάζαμε κλειδιά πάντα στο ρολόι της ΔΕΗ και έτσι βρήκα τα δεύτερα κλειδιά και άνοιξα την πόρτα. Αυτό που αντίκρυσα ούτε στον εχθρό μου να μην συμβεί…»
Συνεχίζει, συγκλονισμένος:
«Το σπίτι ήταν άνω κάτω, η μητέρα μου στο βάθος, ξαπλωμένη μπρούμυτα, φιμωμένη με πανί στο στόμα και δεμένη. Μπήκε το παιδί μου μέσα άρχισε να ουρλιάζει όπως και η γυναίκα μου.
Αυτό που αντικρίσαμε, έχει μείνει κάρβουνο στην ψυχή μας και δεν πρόκειται να το ξεχάσουμε ποτέ αν δε βρεθεί ο δολοφόνος και δεν πληρώσει, όπως πρέπει να πληρώσει. Βγήκαν έξω οι γείτονες από τις φωνές, πήραν τηλέφωνο την αστυνομία, ήρθαν και πήραν αποτυπώματα απ’ τη ΓΑΔΑ. Το αποτέλεσμα ήταν ψύλλοι στα άχυρα που λένε».
Ο Παντελής περιγράφει πώς έμαθε τι συνέβη:
«Με πήρε τηλέφωνο η νύφη μου και μου είπε τι έγινε. Ήρθα αμέσως και γι’ αυτό θέλω να ευχαριστήσω και τον καπετάνιο του φέρι μποτ που με πέρασε κατευθείαν, χωρίς δεύτερη κουβέντα, απέναντι, μόλις του είπα ότι έχουν σκοτώσει τη μητέρα μου».
Όταν μπήκε στο δωμάτιο, λύγισε:
«Είχα ξεφύγει. Έπαθα αμόκ. Υπήρχε ένα ψυγείο έξω και του έριξα μια μπουνιά… Το βούλιαξα, από το σοκ. Από αυτό που είδα».
Και συμπληρώνει:
«Όταν είδα δεμένη τη μητέρα μου έπαθα αμόκ».
Σκηνοθετημένη ληστεία και η «καδένα – κλειδί»
Η οικογένεια μιλά για στοιχεία που δείχνουν σκηνοθετημένη ληστεία.
«Τον σπάγκο με τον οποίο έδεσαν τη μητέρα μας δεν τον είχα ξαναδεί. Δεν υπήρχε στο σπίτι. Φορούσε και μια χαρακτηριστική καδένα, στριφτή, δώρο δικό μας. Της την πήραν. Όπως και δύο δαχτυλίδια. Προφανώς για να δείξουν ότι έγινε ληστεία. Πέταξαν και κάποιες εικόνες κάτω και τις πατούσαν».
Ο Σταύρος προσθέτει:
«Ο εννιάχρονος γιος μου, ένα μικρό παιδί, ήταν εκείνος που είδε πρώτος τη γιαγιά του δεμένη, φιμωμένη, μπρούμυτα, μέσα σε ένα σπίτι αναστατωμένο. Η πόρτα δεν ήταν παραβιασμένη.
Την είχαν κλειδώσει φεύγοντας και είχαν πάρει μαζί τους τα κλειδιά. Πιθανότατα την παραπλάνησαν και την αιφνιδίασαν για να γίνει το έγκλημα. Παρατηρήσαμε ότι υπήρχαν δύο με τρία φλιτζάνια καφέ.
Η μητέρα μου δεν έβαζε ποτέ αγνώστους στο σπίτι. Από τον χώρο έλειπαν κάποια ρολόγια και μια ιδιαίτερη, πλεχτή χρυσή καδένα που φορούσε στον λαιμό της. Πήγα σε όλα τα χρυσοχοΐα της Σαλαμίνας, μήπως κάποιος προσπάθησε να την πουλήσει. Δεν βρήκαμε κάτι, όμως μάθαμε αργότερα ότι κάποιος κυκλοφορούσε φορώντας την».
Ο ένστολος μάρτυρας και οι σκιές στην έρευνα
Στην εκπομπή της Αγγελική Νικολούλη παρουσιάστηκε μαρτυρία ένστολου, που αναφέρθηκε σε ύποπτο πρόσωπο.
«Παρατηρώντας προσεκτικά τη φωτογραφία, διέκρινα ότι επρόκειτο για μια σχετικά χοντρή, στριφτή αλυσίδα λαιμού. Θυμήθηκα πως, λίγες ημέρες μετά το έγκλημα, είχα δει έναν γνώριμο στις Αρχές άνδρα, σεσημασμένο, να φορά στον λαιμό του μια τέτοια αλυσίδα…
Ο άνδρας αυτός είχε πρόσφατα επιστρέψει στο νησί από το εξωτερικό… Ξεκίνησα άμεσα αναζητήσεις για τον εντοπισμό του… διαπιστώθηκε ότι είχε ήδη φύγει εκ νέου στο εξωτερικό, γεγονός που δυσχέρανε σημαντικά την εξέλιξη της έρευνας και με έκανε ακόμη πιο καχύποπτο».
Η οικογένεια καταγγέλλει καθυστερήσεις και παραλείψεις.
«Υπήρχε μια ντουλάπα όπου βρέθηκε αποτύπωμα. Η Ασφάλεια έκοψε το κομμάτι από τη ντουλάπα για να το πάρει, αλλά δεν ταυτοποιήθηκε ποτέ. Δεν μας ειδοποίησαν για τίποτα. Δεν τους ενδιέφερε. Αν ήταν η δική τους μητέρα, θα έτρεχαν με χίλια».
«Ο δολοφόνος είναι ελεύθερος»
Ο Σταύρος μιλά για νέο μάρτυρα:
«Ο άνθρωπος αυτός είδε την καδένα της μητέρας μου. Τι πιο πειστικό από αυτό; Και τον εντοπίσαμε μετά από δική μας προσπάθεια. Πηγαίναμε πόρτα-πόρτα, εμείς τα παιδιά της, για να βρούμε μια άκρη. Θέλουμε να αναπαυθεί η ψυχή της μητέρας και του πατέρα μας. Η Δικαιοσύνη οφείλει να κάνει το χρέος της, έστω και αργά… Και σκέφτομαι πως ο άνθρωπος που τη δολοφόνησε κυκλοφορεί ελεύθερος».
Ο Παντελής δηλώνει:
«Όταν μας καλέσει ο Εισαγγελέας, θα ανοίξουμε τα χαρτιά μας. Είμαστε σε καλό δρόμο, αυτό μπορώ να το πω με βεβαιότητα… Ένα μόνο θα πω: Ο δολοφόνος είναι ελεύθερος εδώ στη Σαλαμίνα και ζει κανονικά. Η μάνα μου είναι στο χώμα κι εκείνος γλεντάει».
Η υπόθεση της Φαιναρέτης Μπαξεβάνη παραμένει ανεξιχνίαστη. Για την οικογένεια, όμως, δεν είναι απλώς ένας φάκελος που έμεινε ανοιχτός. Είναι μια καθημερινή μάχη για δικαίωση, με την ελπίδα ότι το φως θα φτάσει εκεί που για χρόνια κυριαρχεί το σκοτάδι.
