Έξι ώρες. Τόσο κράτησε το τελευταίο κεφάλαιο ενός έρωτα που έμεινε στην Ιστορία. Στις 24 Φεβρουαρίου 1893, η Μαίρη και ο Μιμίκος έβαλαν τέλος στη ζωή τους, ο ένας μετά τον άλλον, χωρίς ποτέ να μάθουν ότι η σιωπή που τους χώρισε δεν ήταν προδοσία, αλλά ασθένεια και καθυστέρηση.
Η ιστορία τους ξεκίνησε έναν χρόνο νωρίτερα στους περιπάτους του βασιλικού κήπου. Η Μάριχεν φον Βέμπερ η «Μαίρη» για να ακούγεται πιο ελληνικό είχε φτάσει στην Αθήνα το 1892 από το Πότσδαμ. Κόρη οικογένειας που υπηρετούσε τον γερμανικό θρόνο, ανέλαβε παιδαγωγός του μικρού πρίγκιπα Γεωργίου, γιου του διαδόχου Κωνσταντίνου.
Εκεί γνώρισε τον Μιχαήλ Μιμίκο. Δόκιμος αξιωματικός γιατρός, 22 ετών, από την Άνδρο. Σεμνός, ευγενικός, με λεπτό μουστάκι και ζωή λιτή, από το φτωχικό του στο Θησείο ως το νοσοκομείο Μακρυγιάννη όπου έκανε την πρακτική του. Οι φίλοι του τον φώναζαν «Μιχαηλάγγελο».
Ένας έρωτας που νίκησε τη γλώσσα
Δεν μιλούσαν την ίδια γλώσσα. Εκείνος δεν ήξερε γερμανικά, εκείνη δεν ήξερε ελληνικά. Στην αρχή συνεννοούνταν με λίγα γαλλικά. Μετά έμαθαν ο ένας τη γλώσσα του άλλου, όσο χρειαζόταν για να κρατήσουν ζωντανή την επικοινωνία.
Αντάλλασσαν επιστολές κρυφά. Εκείνη τις πήγαινε στο νοσοκομείο, εκείνος τις άφηνε σε προκαθορισμένο σημείο στα ανάκτορα. Μέσα από τα γράμματα κανόνιζαν τα ραντεβού τους: Λυκαβηττός, Ακρόπολη, Θησείο, Ζάππειο. Ένας έρωτας κρυφός, αλλά απόλυτος.
Η Μαίρη τόλμησε να μιλήσει για τη σχέση της σε ανθρώπους των ανακτόρων. Αντί για στήριξη, δέχτηκε αποδοκιμασία. Φοβήθηκε την αντίδραση του πατέρα της και έγραψε πρώτη εκείνη για να του εξηγήσει ότι είναι ερωτευμένη.
Η απάντηση ήρθε οργισμένη. Της απαγόρευσε κάθε επαφή με τον Μιμίκο και της ζήτησε να επιστρέψει άμεσα στη Γερμανία για να παντρευτεί άλλον.
Το γράμμα που δεν διαβάστηκε ποτέ
Η Μαίρη έστειλε επιστολή στον αγαπημένο της για να του εξηγήσει τι συνέβη. Δεν πήρε απάντηση. Έστειλε δεύτερη. Τρίτη. Τέταρτη. Σιωπή.
Στις 23 Φεβρουαρίου έγραψε το τελευταίο γράμμα, τελεσίγραφο:
«Ελθέ σήμερον την πρωίαν εις τας ένδεκα εις την Ακρόπολιν. Είμαι πλέον απελπισμένη. Αν δεν έλθης αυτοκτονώ».
Ο Μιμίκος όμως δεν διάβασε κανένα από τα γράμματα. Ήταν βαριά άρρωστος από την ασιατική γρίπη που εκείνη την περίοδο θέριζε την Αθήνα.
Η Μαίρη δεν το ήξερε.
Η πτώση από τον Παρθενώνα
Το πρωί της 24ης Φεβρουαρίου 1893 πήγε στο ραντεβού της στην Ακρόπολη. Περίμενε. Δεν εμφανίστηκε. Περιηγήθηκε ανάμεσα στα μνημεία, έκοψε λουλούδια, όπως συνήθιζε.
Στη συνέχεια σκαρφάλωσε στο άετωμα του Παρθενώνα και έπεσε από ύψος 13 μέτρων. Ο φύλακας, δύο τουρίστες και ένας αρχιτέκτονας προσπάθησαν να την αποτρέψουν. Δεν τα κατάφεραν.
Μεταφέρθηκε στο ίδιο νοσοκομείο όπου νοσηλευόταν ο Μιμίκος. Εκείνος, όταν έμαθε τι συνέβη, έτρεξε δίπλα της. «Βάλε τα δυνατά σου», της φώναζε. Η καρδιά της σταμάτησε λίγο αργότερα.
Έξι ώρες μετά
Όταν ο Μιμίκος πήρε στα χέρια του τις επιστολές της, κατάλαβε την παρεξήγηση. Δήλωσε ότι θα αυτοκτονήσει. Φίλοι και συγγενείς έμειναν δίπλα του για να τον αποτρέψουν.
Έξι ώρες μετά τον θάνατό της, ζήτησε από τον αδελφό του μια κουβέρτα. Μόλις εκείνος βγήκε από το δωμάτιο, πήρε το υπηρεσιακό του όπλο και αυτοπυροβολήθηκε στον κρόταφο.
Οι δυο νέοι τάφηκαν με διαφορά λίγων ωρών στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών. Η Μαίρη κηδεύτηκε κανονικά μετά από παρέμβαση της καθολικής κοινότητας. Ο Μιμίκος δεν έλαβε εξόδιο ακολουθία, καθώς η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν δεχόταν τότε να ψάλλει σε αυτόχειρες.
Τα μεσάνυχτα της 1ης Μαρτίου, φίλοι του άνοιξαν νέο τάφο και έθαψαν το φέρετρό του δίπλα σε εκείνο της Μαίρης. Κατηγορήθηκαν για τυμβωρυχία, όμως η παρέμβαση της πριγκίπισσας Σοφίας έβαλε τέλος στην υπόθεση και οι δύο εραστές έμειναν για πάντα μαζί.
Στην πλάκα γράφτηκε:
«Καρδιαίς, αν σμίξουνε στη γη σαν τις καρδιαίς μας πάλι / Να μη χωρίσουν ποτέ η μία από την άλλη».
Υπογραφή: «Οι εν ουρανώ ερασταί Μαίρη και Μιχαήλ» – Φεβρουάριος 1893.
Ένας έρωτας που δεν πρόλαβε να φθαρεί. Και γι’ αυτό έμεινε αθάνατος.
