Με «εγκέφαλους» τρεις λογιστές οι οποίοι διέθεταν την τεχνογνωσία να παρακάμπτουν τους ελεγκτικούς μηχανισμούς, το κύκλωμα είχε στήσει από το 2018 ένα δαιδαλώδες δίκτυο 226 νομικών προσώπων. Χρησιμοποιώντας μια πυραμιδωτή δομή τριών επιπέδων, κατάφεραν να συσσωρεύσουν οφειλές άνω των 19,7 εκατ. ευρώ προς τον e-ΕΦΚΑ και να στερήσουν από το Δημόσιο επιπλέον 11,6 εκατ. ευρώ από μη αποδοθέντα ΦΠΑ και φόρο εισοδήματος.
Η στρατηγική της οργάνωσης βασιζόταν στην πλήρη αποσύνδεση των πραγματικών διαχειριστών από τις ποινικές και αστικές ευθύνες. Στο πρώτο επίπεδο λειτουργούσαν υπαρκτές επιχειρήσεις εστίασης και νυχτερινής διασκέδασης ως «βιτρίνα» νομιμοφάνειας. Στο δεύτερο επίπεδο, επιστρατεύονταν «αχυράνθρωποι» —άτομα σε κατάσταση ανάγκης ή κοινωνικά περιθωριοποιημένα— οι οποίοι εμφανίζονταν ως τυπικοί διαχειριστές, αναλαμβάνοντας το βάρος των χρεών. Είναι ενδεικτικό της θρασύτητας του κυκλώματος ότι σε 42 εταιρείες είχαν δηλωθεί ως τεχνικοί ασφαλείας ανύπαρκτα πρόσωπα, ακόμη και άτομα που είχαν αποβιώσει, προκειμένου να ολοκληρώνονται οι τυπικές διαδικασίες ασφάλισης και λειτουργίας.
Το τρίτο και πιο σκοτεινό επίπεδο δράσης αφορούσε τη δημιουργία εντελώς εικονικών εταιρειών χωρίς φυσική έδρα ή τραπεζικούς λογαριασμούς. Αυτές οι εταιρείες «φαντάσματα» χρησιμοποιούνταν για την έκδοση εικονικών τιμολογίων ύψους 31,4 εκατ. ευρώ, τη μετακύληση του ΦΠΑ και την εικονική ασφάλιση προσωπικού άλλων επιχειρήσεων, ώστε να μην καταβάλλονται ποτέ οι προβλεπόμενες εισφορές. Η δράση αυτών των νομικών προσώπων ήταν βραχύβια και διαδοχική, καθώς μόλις μια εταιρεία συσσώρευε χρέη και πλησίαζε στο στόχαστρο των αρχών, διέκοπτε τη δραστηριότητά της και τη θέση της έπαιρνε μια νέα, εξασφαλίζοντας τη συνέχιση της απάτης.
Η αντίστροφη μέτρηση για το κύκλωμα ξεκίνησε μετά από πολύμηνη έρευνα της Υποδιεύθυνσης Δίωξης Οικονομικών Εγκλημάτων, η οποία κορυφώθηκε με ευρείας κλίμακας επιχείρηση τη Δευτέρα 23 Μαρτίου 2026. Οι αρχές προχώρησαν σε 22 συλλήψεις, ενώ στις έρευνες σε οικίες και θυρίδες εντοπίστηκαν πλάκες χρυσού, χρυσές λίρες, πολυτελή οχήματα και το χρηματικό ποσό των 156.425 ευρώ. Τα παράνομα έσοδα νομιμοποιούνταν συστηματικά μέσω της αγοράς ακινήτων και άλλων περιουσιακών στοιχείων, με τους συλληφθέντες να οδηγούνται πλέον ενώπιον της δικαιοσύνης αντιμέτωποι με βαρύτατες κατηγορίες κακουργηματικού χαρακτήρα για σύσταση εγκληματικής οργάνωσης, απάτη και ξέπλυμα μαύρου χρήματος.
