Σε μια δίκη ιστορικής σημασίας για την Ελλάδα, η οποία αναμενόταν να αποτελέσει ένα υπόδειγμα ταχύτητας και θεσμικής σοβαρότητας, η πραγματικότητα αποδεικνύεται δραματικά διαφορετική. Η εν εξελίξει ακροαματική διαδικασία για την πολύνεκρη σιδηροδρομική τραγωδία των Τεμπών, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, περιδινίζεται σε μια δίνη οργανωτικών παλινωδιών, δικονομικών ενστάσεων και υποδομών που εγείρουν σοβαρά ερωτηματικά.
Μετά την ολοκλήρωση της τέταρτης δικασίμου, η απόφαση του δικαστηρίου να κάνει δεκτό το αίτημα διακοπής της δίκης προκειμένου να πραγματοποιηθούν εκ νέου χωροταξικές προσαρμογές και επισκευές στην αίθουσα, πυροδότησε θύελλα αντιδράσεων από τους συγγενείς των θυμάτων και τους νομικούς τους παραστάτες, οι οποίοι κάνουν λόγο για πρωτοφανή απαξίωση της διαδικασίας.
Το μείζον ζήτημα της αίθουσας: Μια «αποθήκη» εκατομμυρίων
Στο επίκεντρο της σφοδρής κριτικής βρίσκεται η καταλληλότητα του χώρου που επιλέχθηκε στη Λάρισα για να φιλοξενήσει τη σημαντικότερη δίκη των τελευταίων δεκαετιών. Σύμφωνα με τις δημόσιες καταγγελίες των συνηγόρων υποστήριξης της κατηγορίας, η συγκεκριμένη αίθουσα απέχει παρασάγγας από τις στοιχειώδεις προδιαγραφές ενός σύγχρονου δικαστικού χώρου ικανού να ανταποκριθεί σε μια διαδικασία με εκατοντάδες παράγοντες (δικηγόρους, συγγενείς, δημοσιογράφους, κατηγορουμένους και αστυνομική δύναμη).
Η δικηγόρος των οικογενειών, κα. Μαίρη Χατζηκωνσταντίνου, προέβη σε δηλώσεις που προκαλούν αίσθηση, υποστηρίζοντας ότι η υποδομή που χρησιμοποιείται αποτελεί στην ουσία έναν υπόγειο χώρο, ο οποίος αρχικά προοριζόταν για αποθήκη εστιατορίου (χώρος παραλαβής εμπορευμάτων) και φέρεται να νομιμοποιήθηκε πολεοδομικά μόλις το 2014. Παρά το γεγονός ότι, σύμφωνα με τα καταγγελλόμενα, δαπανήθηκαν τεράστια κονδύλια –της τάξης των 2,3 εκατομμυρίων ευρώ– για τη διαμόρφωση του χώρου, οι συνθήκες παραμένουν ασφυκτικές και εντελώς δυσλειτουργικές.
Το γεγονός ότι η αίθουσα «κλείνει πάλι για εργασίες», οδηγώντας σε αναβολή της δίκης για διάστημα τουλάχιστον ενός μήνα, καταδεικνύει τεράστια κενά στον αρχικό κυβερνητικό και δικαστικό σχεδιασμό, εγείροντας φόβους για περαιτέρω χρονικές μεταθέσεις που θα οδηγήσουν σε «βάλτωμα» της υπόθεσης.
Η νομική στάση του Ελληνικού Δημοσίου
Πέραν του κτιριακού ζητήματος, ένα εξίσου μείζον πολιτικό και νομικό θέμα έχει ανακύψει γύρω από τη στρατηγική που ακολουθεί το Ελληνικό Δημόσιο ως υποστηρικτής της κατηγορίας. Κατά τη διάρκεια της δίκης, οι εκπρόσωποι του Δημοσίου κατέθεσαν μια ολιγοσέλιδη δήλωση παράστασης, η οποία επιβεβαιώνει περίτρανα τη γραμμή του αποκλειστικού «ανθρώπινου λάθους».
Όπως υπογράμμισε με ένταση η δικηγόρος κα. Ζωή Κωνσταντοπούλου, η νομική επιχειρηματολογία του Δημοσίου εστιάζει στην αναζήτηση ποινικών ευθυνών αποκλειστικά από τέσσερα συγκεκριμένα πρόσωπα: τους σταθμάρχες και τον επιθεωρητή κυκλοφορίας.
Τι σημαίνει αυτή η τακτική στην πράξη;
-
Αφήνει εκτός κάδρου ευθυνών πολιτικά πρόσωπα (π.χ. πρώην υπουργούς Υποδομών).
-
Αποσιωπά συστημικές αστοχίες της ηγεσίας του ΟΣΕ και της ΕΡΓΟΣΕ.
-
Παραβλέπει τις ευθύνες υψηλά ιστάμενων προσώπων σε σχέση με τη διαβόητη «Σύμβαση 717» και τη διαχείριση της ασφάλειας του δικτύου.
Αυτή η προσέγγιση έχει χαρακτηριστεί από την Πολιτική Αγωγή ως «ύβρις» προς τα 57 θύματα και ως ξεκάθαρη προσπάθεια νομικής συγκάλυψης, με σκοπό να αποφευχθεί η απόδοση ευθυνών στην πολιτική και διοικητική ιεραρχία του κρατικού μηχανισμού.
Η συνεχιζόμενη ψυχολογική δοκιμασία των οικογενειών
Μέσα σε αυτό το τεταμένο δικονομικό περιβάλλον, ο ανθρώπινος παράγοντας δοκιμάζεται με τον πιο σκληρό τρόπο. Οι συγγενείς των θυμάτων ταξιδεύουν από κάθε γωνιά της Ελλάδας –αλλά και από το εξωτερικό– για να παραστούν στη δίκη, εκπληρώνοντας το βαρύ χρέος απέναντι στα παιδιά και τους ανθρώπους τους.
Κάθε δικάσιμος που αναβάλλεται, κάθε καθυστέρηση λόγω έλλειψης αερισμού ή χωρητικότητας, και κάθε διαδικαστικό εμπόδιο, λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής της οδύνης τους. Οι νομικοί τους εκπρόσωποι επισημαίνουν τον κίνδυνο της στοχευμένης ψυχολογικής εξουθένωσης των οικογενειών, ώστε με την πάροδο του χρόνου να αποθαρρυνθούν από τη στενή φυσική παρακολούθηση της δίκης.
Ένα διακύβευμα για το Κράτος Δικαίου
Είναι προφανές ότι η εκδίκαση της υπόθεσης των Τεμπών δεν κρίνει απλώς την ποινική μεταχείριση ορισμένων φυσικών προσώπων. Κρίνει, πρωτίστως, την ίδια την αξιοπιστία του Κράτους Δικαίου στην Ελλάδα. Η αδυναμία της Πολιτείας να εξασφαλίσει –εδώ και τόσο καιρό– μια αξιοπρεπή και ασφαλή αίθουσα, σε συνδυασμό με τις καταγγελίες για νομική περιχαράκωση των ευθυνών εκ μέρους του κράτους, ρίχνουν βαριά σκιά στην ποιότητα της απονομής δικαιοσύνης. Η άμεση επίλυση του πρακτικού προβλήματος της στέγασης της δίκης αποτελεί το ελάχιστο χρέος απέναντι στην απαίτηση της κοινωνίας για διαφάνεια και απόδοση δικαιοσύνης χωρίς καμία απολύτως έκπτωση.
