Η διαχρονική αδυναμία της ελληνικής δημόσιας διοίκησης να συντονίσει τα ίδια της τα ψηφιακά μητρώα και να επιλύσει οριστικά τα ιδιοκτησιακά ζητήματα της χώρας, έρχεται για άλλη μια φορά στο προσκήνιο με τον πλέον εκκωφαντικό τρόπο. Με μια κρίσιμη τροπολογία που κατατέθηκε στη Βουλή, μετά από κοινή πρωτοβουλία του Αντιπροέδρου της Κυβέρνησης, Κωστή Χατζηδάκη, και του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Μαργαρίτη Σχοινά, το κυβερνητικό επιτελείο επιχειρεί να δώσει «φιλί ζωής» σε χιλιάδες αγρότες που βρέθηκαν ξαφνικά, και εντελώς παράλογα, εκτός του συστήματος των αγροτικών επιδοτήσεων.
Το παράδοξο, το οποίο ο ίδιος ο κ. Χατζηδάκης χαρακτήρισε εύστοχα ως «ιστορία καθημερινής τρέλας», συμπυκνώνεται στο εξής εξοργιστικό φαινόμενο: Παραγωγοί που καλλιεργούν συστηματικά εκτάσεις, τις οποίες το ίδιο το κράτος τους είχε παραχωρήσει στο παρελθόν, έβλεπαν τον ΟΠΕΚΕΠΕ να τους «κόβει» τις ζωτικές ενισχύσεις της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ). Ο λόγος της εμπλοκής; Στις πρώτες εγγραφές του Εθνικού Κτηματολογίου, το Δημόσιο εμφανίζεται ως αρχικός ιδιοκτήτης αυτών των αγροτεμαχίων, μπλοκάροντας αυτόματα την καταβολή των χρημάτων μέσω της αυστηρής διασταύρωσης με το Ολοκληρωμένο Σύστημα Διαχείρισης και Ελέγχου (Ο.Σ.Δ.Ε.).
Μια γραφειοκρατική ομηρία αιώνων
Η φύση των επίμαχων εκτάσεων αναδεικνύει και το πραγματικό μέγεθος του διοικητικού χάους, καταρρίπτοντας το αφήγημα περί απλών «καταπατητών». Δεν μιλάμε για αυθαίρετες καταπατήσεις εθνικών δρυμών, αλλά για εκτάσεις που υπάγονται ξεκάθαρα στην αγροτική νομοθεσία (ν. 4061/2012). Πρόκειται για γη που περιήλθε στους αγρότες μέσα από ιστορικές και απολύτως νόμιμες διαδικασίες: εποικιστικές παραχωρήσεις, αγροτικές διανομές, αναδασμούς, ακόμα και αποκαταστάσεις προσφυγικών πληθυσμών από τις αρχές του 20ού αιώνα.
Το γεγονός ότι το ελληνικό κράτος, εκατό και πλέον χρόνια μετά από αυτές τις παραχωρήσεις, δεν είχε καταφέρει να εκδώσει και να οριστικοποιήσει τους τίτλους κυριότητας για αυτούς τους ανθρώπους, με αποτέλεσμα το Κτηματολόγιο να τους καταγράφει ψυχρά ως «ιδιοκτησία του Δημοσίου», αποτελεί μνημείο κρατικής αβελτηρίας.
Τα αυστηρά κριτήρια της νέας ρύθμισης και η σωτήρια αναδρομικότητα
Για τον άμεσο απεγκλωβισμό των παραγωγών, η νέα νομοθετική παρέμβαση εισάγει μια πρακτική φόρμουλα, παρακάμπτοντας έξυπνα τον νομικό σκόπελο της κυριότητας. Συγκεκριμένα, θεσπίζονται τρία αυστηρά, αντικειμενικά κριτήρια προκειμένου ένας αγρότης να καταστεί εκ νέου δικαιούχος των ενισχύσεων, κλείνοντας παράλληλα το «μάτι» σε όσους θα επιχειρούσαν να εκμεταλλευτούν το παράθυρο του νόμου:
-
Ιστορικότητα Ο.Σ.Δ.Ε.: Τα αγροτεμάχια πρέπει να είναι ενταγμένα στο σύστημα του Ο.Σ.Δ.Ε. τουλάχιστον τα τελευταία τρία έτη. Το συγκεκριμένο κριτήριο λειτουργεί ως απαραίτητη δικλείδα ασφαλείας απέναντι σε ευκαιριακούς διεκδικητές επιδοτήσεων.
-
Νόμιμη Δήλωση: Οι εκτάσεις πρέπει να δηλώνονται νομίμως στην Ενιαία Αίτηση Ενίσχυσης της τρέχουσας περιόδου.
-
Πραγματική Καλλιέργεια: Να καλλιεργούνται αποδεδειγμένα από ενεργούς και πραγματικούς αγρότες, αφήνοντας εκτός συστήματος τους λεγόμενους «αγρότες του καναπέ» που απλώς εισπράττουν επιδοτήσεις χωρίς να παράγουν.
Η πλέον κρίσιμη, ίσως, παράμετρος για την επιβίωση του αγροτικού κόσμου, ιδιαίτερα σε περιοχές που έχουν δοκιμαστεί σκληρά από φυσικές καταστροφές και οικονομική συμπίεση, όπως η Θεσσαλία και η Μακεδονία, είναι η αναδρομική ισχύς της ρύθμισης. Η τροπολογία καλύπτει ρητά τις αιτήσεις πληρωμής που υπεβλήθησαν το 2025, αποκαθιστώντας τις αδικίες της περσινής χρονιάς και επιστρέφοντας άμεσα ρευστότητα σε ανθρώπους που την έχουν απόλυτη ανάγκη για να συνεχίσουν την παραγωγή τους.
Ένα αναγκαίο «μπάλωμα» εν αναμονή της νομιμότητας
Παρά την αδιαμφισβήτητη ανακούφιση που προσφέρει η συγκεκριμένη τροπολογία στον αγροτικό κόσμο, μια ψύχραιμη δημοσιογραφική ανάλυση οφείλει να αναδείξει τον αυστηρά προσωρινό της χαρακτήρα. Η διάταξη ξεκαθαρίζει ρητά ότι δεν θίγει τα εμπράγματα δικαιώματα του Δημοσίου, ούτε φυσικά αναγνωρίζει δικαιώματα ιδιοκτησίας στους αγρότες.
Στην πραγματικότητα, λειτουργεί αποκλειστικά ως ένα νομικό «όχημα» (bypass) για τις πιεστικές ανάγκες των ενισχύσεων της ΚΑΠ. Μάλιστα, η ισχύς της έχει αυστηρό χρονικό ορίζοντα: φτάνει μέχρι την οριστικοποίηση των πρώτων εγγραφών στο Εθνικό Κτηματολόγιο.
Τι θα συμβεί, άραγε, όταν οι εγγραφές αυτές καταστούν αμετάκλητες και το ιδιοκτησιακό καθεστώς παγιωθεί υπέρ του Δημοσίου; Αν τα συναρμόδια υπουργεία δεν λύσουν οριστικά το θέμα των τίτλων μεταβίβασης μέχρι τότε, οι αγρότες θα βρεθούν ξανά, με μαθηματική ακρίβεια, μπροστά στο ίδιο αδιέξοδο.
Η συγκεκριμένη πρακτική νομοθέτησης θυμίζει έντονα την αντίστοιχη πρωτοβουλία του 2023 (άρθρο 216 του ν. 5037) για τους δασικούς χάρτες, όπου εκχερσωμένες εκτάσεις «βαφτίστηκαν» προσωρινά επιλέξιμες για να σωθούν οι επιδοτήσεις από την Ευρώπη. Αν και ο κ. Χατζηδάκης συνέδεσε την παρούσα παρέμβαση με το πνεύμα του πρόσφατου νόμου 5293/2026 για ένα «κράτος πιο φιλικό στον πολίτη», η αλήθεια είναι κάπως πιο σύνθετη και πικρή. Ένα πραγματικά σύγχρονο και φιλικό κράτος δεν νομοθετεί διαρκώς εκ των υστέρων για να θεραπεύσει τα δικά του σφάλματα και τις ασυμβατότητες των ψηφιακών του συστημάτων (Κτηματολόγιο εναντίον ΟΣΔΕ). Προνοεί, απλοποιεί τις διαδικασίες και επιλύει τα ιδιοκτησιακά ζητήματα στη ρίζα τους.
