Η ιστορία στην ελληνική οικονομική πραγματικότητα τείνει να επαναλαμβάνεται, συνήθως με την ίδια σκληρότητα αλλά με διαφορετικό περιτύλιγμα. Για τον μέσο Έλληνα καταναλωτή, ο λογαριασμός του ηλεκτρικού ρεύματος δεν αποτελεί απλώς το αντίτιμο για ένα βασικό κοινωνικό αγαθό, αλλά έναν μόνιμο «πονοκέφαλο» γεμάτο ακαταλαβίστικες χρεώσεις. Σήμερα, το φαινόμενο αυτό παίρνει νέες, ανησυχητικές διαστάσεις. Με κυβερνητική σφραγίδα, οι λογαριασμοί ενέργειας μετατρέπονται ξανά σε προνομιακό όχημα για την κάλυψη των οικονομικών κενών της τοπικής αυτοδιοίκησης, μετακυλίοντας το κόστος της διοικητικής αποτυχίας απευθείας στους πολίτες.
Η ανατομία ενός φουσκωμένου λογαριασμού
Είναι κοινό μυστικό, αλλά και μια σκληρή καθημερινή διαπίστωση, ότι ο μισός λογαριασμός του ρεύματος που φτάνει στα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις δεν έχει καμία απολύτως σχέση με την πραγματική κατανάλωση ενέργειας. Ένα στα δύο ευρώ που πληρώνουμε κατευθύνεται σε μια σειρά από ρυθμιζόμενες χρεώσεις και τρίτους φορείς.
-
Υπηρεσίες Κοινής Ωφέλειας (ΥΚΩ): Το κόστος για την ηλεκτροδότηση των μη διασυνδεδεμένων νησιών και τα κοινωνικά τιμολόγια.
-
Τέλη Δικτύου (ΔΕΔΔΗΕ, ΑΔΜΗΕ): Οι χρεώσεις για τη συντήρηση και την ανάπτυξη των δικτύων μεταφοράς και διανομής.
-
ΕΤΜΕΑΡ: Το ειδικό τέλος για την ενίσχυση των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας.
-
Δημοτικά Τέλη, ΕΡΤ και Φόροι: Σταθερές επιβαρύνσεις που εισπράττονται αναγκαστικά μέσω των παρόχων.
Το πιο κυνικό στοιχείο αυτής της αρχιτεκτονικής είναι ο εκβιαστικός της χαρακτήρας. Οποιοδήποτε ποσό από αυτά τα «συνοδευτικά» τέλη και αν μείνει απλήρωτο, η συνέπεια είναι μία και απόλυτη: η διακοπή της ηλεκτροδότησης. Το Κράτος γνωρίζει καλά ότι ο πολίτης μπορεί να καθυστερήσει μια φορολογική υποχρέωση, αλλά δεν μπορεί να ζήσει χωρίς ρεύμα.
Από το ΕΕΤΗΔΕ του 2011 στη σημερινή πραγματικότητα
Για να κατανοήσουμε το μέγεθος της σημερινής στρέβλωσης, πρέπει να γυρίσουμε τον χρόνο πίσω, πριν από μια και πλέον δεκαπενταετία. Η υπερβολή αυτής της εισπρακτικής πρακτικής κορυφώθηκε με τη θέσπιση του Ειδικού Τέλους Ηλεκτροδοτούμενων Δομημένων Επιφανειών (ΕΕΤΗΔΕ), το γνωστό σε όλους «χαράτσι», το οποίο αποτέλεσε τον πρόδρομο του σημερινού ΕΝΦΙΑ.
Η σύνδεση ενός καθαρά φορολογικού μέτρου επί της ακίνητης περιουσίας με την παροχή του ηλεκτρικού ρεύματος είχε προκαλέσει τότε σφοδρότατες κοινωνικές και πολιτικές αντιδράσεις. Θεωρήθηκε, δικαίως, μια εξαιρετικά σκληρή και άδικη πρακτική. Το ΕΕΤΗΔΕ δεν ήταν απλά ένας ακόμη φόρος. Ήταν το απόλυτο σύμβολο μιας εποχής όπου το Κράτος, αδυνατώντας να εισπράξει με θεσμικό τρόπο τα έσοδά του, αποφάσισε ότι ο πιο ασφαλής δρόμος ήταν ο εκβιασμός: ή πληρώνεις, ή μένεις στο σκοτάδι.
Τότε, η κοινωνική έκρηξη εκτονώθηκε με την έξοδο του ΕΝΦΙΑ από τον λογαριασμό του ρεύματος και τη μεταφορά του στην εφορία. Ωστόσο, η δομή του λογαριασμού δεν εξυγιάνθηκε ποτέ. Όλες οι υπόλοιπες χρεώσεις παρέμειναν άθικτες στη θέση τους, ενώ ορισμένες από αυτές συνέχισαν να αυξάνονται αθόρυβα με την πάροδο των ετών.
Η νέα θεσμική παγίδα: Δήμοι και περιφέρειες στο «ταμείο» του ρεύματος
Δεκαπέντε χρόνια μετά από εκείνη την κρίση, η κυβέρνηση επιλέγει να ανοίξει ξανά τον ασκό του Αιόλου. Με πρόσφατο νομοθέτημα, δίνεται πλέον η επιλογή στους δήμους να καθορίζουν το ύψος του φόρου που θα εισπράττουν μέσω των λογαριασμών του ρεύματος, αντικαθιστώντας το γνωστό Τέλος Ακίνητης Περιουσίας (ΤΑΠ). Το ακόμα πιο ανησυχητικό, όμως, είναι ότι για πρώτη φορά επεκτείνεται αυτή η δυνατότητα και στις περιφέρειες.
Πρόκειται για μια λογιστική «αλχημεία» με βαριές επιπτώσεις. Στην πραγματικότητα, ακυρώνεται ένας υφistάμενος φόρος (ο ΤΑΠ) για να ανοίξει η πόρτα σε δύο νέα τέλη. Η συνδυαστική, αθροιστική δράση αυτών των δύο νέων χρεώσεων εκτιμάται ότι μπορεί να επιβαρύνει έως και τριπλάσια τον μέσο ιδιοκτήτη ακινήτου σε σχέση με όσα πλήρωνε μέχρι σήμερα.
Το νομοθέτημα αφήνει εσκεμμένα το ύψος του τέλους στη διακριτική ευχέρεια των δήμων και των περιφερειών. Ορισμένοι κυβερνητικοί κύκλοι υποστηρίζουν ότι οι αιρετοί της τοπικής αυτοδιοίκησης θα επιδείξουν αυτοσυγκράτηση, φοβούμενοι το πολιτικό κόστος ενόψει μελλοντικών εκλογών. Πρόκειται για μια μάλλον αφελή προσέγγιση. Ο λογαριασμός του ρεύματος αποτελεί το ιδανικό «αλεξικέραυνο» για τους δημάρχους και τους περιφερειάρχες. Δεν υπάρχει άμεση οπτική σύνδεση της χρέωσης με το πρόσωπό τους. Είναι ιστορικά αποδεδειγμένο ότι οι καταναλωτές ξεσπούν την οργή τους στους παρόχους ενέργειας και στις εταιρείες ρεύματος, καθώς αυτοί εμφανίζονται ως οι αποστολείς του φουσκωμένου λογαριασμού, και όχι στους πραγματικούς δικαιούχους των χρημάτων.
Το «χαράτσι» της αποτυχίας στη διαχείριση των απορριμμάτων
Το βασικό πρόβλημα με την τοπική αυτοδιοίκηση στην Ελλάδα παραμένει διαχρονικό και δομικό. Οι δήμοι ζητούν συνεχώς περισσότερους πόρους, περισσότερα κονδύλια και μεγαλύτερη οικονομική ανεξαρτησία. Ωστόσο, σπανίως γίνεται μια σοβαρή, δημόσια συζήτηση για τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίζονται τα χρήματα που ήδη εισπράττουν από τους φορολογούμενους.
Η έλλειψη λογοδοσίας και η διοικητική ανεπάρκεια γίνονται ορατές σε κρίσιμους τομείς της καθημερινότητας, με κορυφαίο παράδειγμα τη διαχείριση των απορριμμάτων και την ανακύκλωση. Στους τομείς αυτούς χάνονται εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ σε ευρωπαϊκούς και εθνικούς πόρους, είτε λόγω διαχειριστικής ανεπάρκειας είτε λόγω μιας διαχρονικής αδράνειας των δημοτικών αρχών που αρνούνται να συγκρουστούν με τοπικά συμφέροντα ή να εφαρμόσουν σύγχρονες μεθόδους.
Το πιο χαρακτηριστικό και επώδυνο παράδειγμα αυτής της αποτυχίας είναι το διαβόητο τέλος ταφής απορριμμάτων. Η Ελλάδα πληρώνει εδώ και χρόνια τεράστια πρόστιμα και επιβολές κόστους επειδή επιμένει να θάβει το μεγαλύτερο μέρος των σκουπιδιών της αντί να τα ανακυκλώνει και να τα αξιοποιεί, παραβιάζοντας κάθε ευρωπαϊκή οδηγία.
Μέχρι σήμερα, οι δήμοι ήταν υποχρεωμένοι να απορροφήσουν αυτό το κόστος της δικής τους αποτυχίας από τους προϋπολογισμούς τους. Με τη νέα νομοθετική ρύθμιση, όμως, αποκτούν το τέλειο εργαλείο: τη δυνατότητα να μεταφέρουν αυτό το οικονομικό βάρος απευθείας στους πολίτες, ενσωματώνοντάς το στις νέες χρεώσεις των λογαριασμών ρεύματος.
Η κριτική απέναντι σε αυτή την επιλογή είναι αναπόφευκτη. Αντί το Κράτος να θεσπίσει αυστηρούς κανόνες αξιολόγησης και να τιμωρήσει τη διοικητική αδράνεια των ΟΤΑ, τους προσφέρει μια εύκολη διέξοδο. Ο πολίτης καλείται να πληρώσει διπλά: μία φορά για υπηρεσίες καθαριότητας και ανακύκλωσης που δεν λαμβάνει ποτέ σωστά, και μία δεύτερη φορά ως «πέναλτι» επειδή ο δήμος του απέτυχε να πιάσει τους περιβαλλοντικούς στόχους. Το «χαράτσι» της αποτυχίας είναι πλέον γεγονός, και θα εμφανιστεί σύντομα στον επόμενο λογαριασμό ενέργειας.
