Η κοινωνία της Καλαμάτας, αλλά και ολόκληρη η χώρα, παρακολουθεί παγωμένη άλλη μία μαύρη σελίδα που προστίθεται στο μακρύ και αιματηρό βιβλίο της έμφυλης και ενδοοικογενειακής βίας στην Ελλάδα. Το νέο άγριο έγκλημα, με θύμα μια 39χρονη γυναίκα και δράστη τον 41χρονο σύζυγό της, ξετυλίχθηκε μέσα στο ίδιο τους το σπίτι, μετατρέποντας το καταφύγιο μιας οικογένειας σε σκηνικό θανάτου.
Το χρονικό του εγκλήματος και η ομολογία του δράστη
Η τραγωδία αποκαλύφθηκε όταν οι αστυνομικές αρχές της Μεσσηνίας βρέθηκαν μπροστά σε ένα αποτρόπαιο θέαμα εντός του διαμερίσματος του ζευγαριού. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της έρευνας της ΕΛ.ΑΣ., το νήμα της ζωής της άτυχης 39χρονης κόπηκε βίαια έπειτα από έναν έντονο καυγά. Ο 41χρονος σύζυγός της, καταληφθείς από τυφλή οργή, της αφαίρεσε τη ζωή, βυθίζοντας στο πένθος την τοπική κοινωνία.
Η κινητοποίηση της Αστυνομικής Διεύθυνσης Μεσσηνίας υπήρξε ακαριαία. Ο δράστης συνελήφθη στον χώρο του εγκλήματος και, κατά τη διάρκεια της ανάκρισής του, ομολόγησε την πράξη του στους αστυνομικούς, ισχυριζόμενος ότι η κατάσταση ξέφυγε από κάθε έλεγχο λόγω προσωπικών διαφορών. Ενώ αναμένονται τα επίσημα πορίσματα της ιατροδικαστικής εξέτασης προκειμένου να αποσαφηνιστούν τα ακριβή αίτια και ο μηχανισμός θανάτου, η ουσία παραμένει μία: άλλη μια γυναίκα έχασε τη ζωή της από τα χέρια του ανθρώπου με τον οποίο μοιραζόταν την καθημερινότητά της.
Η κοινωνική διάσταση και το αίτημα για αυτοτελή νομική αναγνώριση
Το έγκλημα στην Καλαμάτα δεν αποτελεί ένα μεμονωμένο περιστατικό, αλλά έρχεται να προστεθεί σε μια μακρά, εφιαλτική αλυσίδα ανθρωποκτονιών με έμφυλα χαρακτηριστικά που συγκλονίζουν την Ελλάδα τα τελευταία χρόνια. Η συχνότητα με την οποία καταγράφονται πλέον δολοφονίες γυναικών από νυν ή πρώην συντρόφους αναδεικνύει μια βαθιά ριζωμένη, δομική κοινωνική παθογένεια, η οποία τρέφεται από αναχρονιστικά στερεότυπα και την εγκληματική ψευδαίσθηση ιδιοκτησίας πάνω στη ζωή μιας γυναίκας.
Στο πλαίσιο αυτό, η συζήτηση για την ανάγκη νομικής κατοχύρωσης του όρου «γυναικοκτονία» στον Ποινικό Κώδικα αναζωπυρώνεται με δραματικό τρόπο. Παρά το γεγονός ότι η ελληνική ποινική δικαιοσύνη τιμωρεί την ανθρωποκτονία με πρόθεση με την ανώτατη των ποινών (ισόβια κάθειρξη), νομικοί κύκλοι, κοινωνικοί φορείς και οργανώσεις προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων επιμένουν ότι η αυτοτελής ποινική εισαγωγή του όρου είναι απαραίτητη. Η εξειδικευμένη αυτή νομική προσέγγιση κρίνεται αναγκαία όχι μόνο για λόγους υψηλού κοινωνικού συμβολισμού, αλλά για την ορθή στατιστική καταγραφή, τη δημιουργία στοχευμένων προληπτικών μηχανισμών και την αποτροπή προβολής ελαφρυντικών που συχνά χρησιμοποιούνται στις δικαστικές αίθουσες.
Η ανάγκη για ρηξικέλευθα μέτρα πρόληψης
Η πολιτεία οφείλει να επενδύσει άμεσα και γενναία στην πρόληψη.
Αυτό σημαίνει ουσιαστική ενίσχυση των δομών φιλοξενίας κακοποιημένων γυναικών, επέκταση και διευκόλυνση της χρήσης ψηφιακών εργαλείων άμεσης ειδοποίησης (όπως το Panic Button) σε κάθε γωνιά της ελληνικής περιφέρειας, και κυρίως, μια βαθιά εκπαιδευτική μεταρρύθμιση για την καλλιέργεια του σεβασμού και της ισότητας από την πρώιμη σχολική ηλικία. Όσο η κοινωνία υποβαθμίζει τις πρώτες ενδείξεις κακοποίησης και τοξικού ελέγχου πίσω από τους τοίχους των σπιτιών, τόσο οι αστυνομικές αναφορές θα γεμίζουν με τραγωδίες. Απαιτούνται άμεσες πράξεις προκειμένου να διασφαλιστεί ότι δεν θα θρηνήσουμε καμία άλλη γυναίκα.
