Με λόγια γεμάτα συγκίνηση θαυμασμό και σεβασμό, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης αποχαιρέτησε τον Διονύση Σαββόπουλο, τον άνθρωπο που όπως είπε «έζησε και περιέγραψε μοναδικά τις περιπέτειες του τόπου».
Από τη Μητρόπολη Αθηνών, όπου τελέστηκε η εξόδιος ακολουθία, ο Πρωθυπουργός εξήρε το έργο και το ήθος του σπουδαίου τραγουδοποιού, επισημαίνοντας πως «ο Νιόνιος σε όλη του τη ζωή συμβάδισε με τη ζωή της χώρας, δίνοντάς μας ώθηση χαράς στις δύσκολες ανηφόρες αλλά και προειδοποιώντας για τις επικίνδυνες κατηφόρες
Ο Πρωθυπουργός μίλησε για έναν άνθρωπο που «έζησε και περιέγραψε μοναδικά τις περιπέτειες του τόπου» και που «συμβάδισε με τη ζωή της χώρας, δίνοντάς μας ώθηση χαράς στις δύσκολες ανηφόρες, αλλά και προειδοποιώντας για τις επικίνδυνες κατηφόρες».
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης σημείωσε:
«Για τον άνθρωπο και τον τραγουδοποιό που αποχαιρετάμε σήμερα, θα μείνουν πάντα τα συναισθήματα όλων όσοι ταξίδεψαν με τις νότες και τους στίχους του. Προσωπικά δεν είμαι εδώ μόνο σαν φίλος και θαυμαστής του, αλλά από χρέος προς έναν μεγάλο Έλληνα που έζησε και περιέγραψε μοναδικά τις περιπέτειες του τόπου».
Αναφερόμενος στην πορεία και τη στάση ζωής του, ο Πρωθυπουργός τόνισε πως ο Σαββόπουλος «δεν αρνήθηκε ποτέ την πρόσκληση της αμφισβήτησης», χαρακτηρίζοντάς τον «πρωτοπόρο στους δρόμους του πενταγράμμου και αιρετικό στα σχόλιά του».
Αναφέρθηκε στη διττή φύση του Σαββόπουλου καλλιτέχνη και πνευματικού ανθρώπου σημειώνοντας ότι «όπως στη μουσική ένωσε το ροκ με το έντεχνο και το δημώδες, έτσι και στο κοινωνικό πεδίο συνδύασε τις οραματικές ιδέες της Αριστεράς με τον ρεαλισμό της φιλελεύθερης σκέψης».
Ιδιαίτερη συγκίνηση προκάλεσε η αναφορά του Πρωθυπουργού στους στίχους του τραγουδιού «Άγγελος Εξάγγελος», τους οποίους χαρακτήρισε «ευθύ και δημόσιο λόγο, που ενώνει την ευαισθησία της τέχνης με τον πραγματισμό της πολιτικής».
«Γι αυτό όπως στη μουσική πέτυχε να φέρει το ροκ κοντά στο έντεχνο και το δημώδες, έτσι και στο κοινωνικό πεδίο από τις οραματικές ιδέες της αριστεράς συναντήθηκε με τον ρεαλισμό της φιλελεύθερης σκέψης. Δεν θα κρύψω ότι τα λόγια που προσωπικά θα ξεχώριζα από το πλούσιο έργο του είναι από τον Άγγελο Εξάγγελο γιατί αποτελούν ευθύ και δημόσιο λόγο. Πετυχαίνουν να ενώσουν τον ευαίσθητο χώρο της τέχνης με τον πραγματισμό της πολιτικής.
Τα νέα που μάς έφερε ήταν όλα μια ψευτιά
κι ακούγονταν ευχάριστα στ’ αυτί μας
Γιατί έμοιαζε μ’ αλήθεια η κάθε του ψευτιά
κι ακούγοντάς τον ησύχαζε η ψυχή μας
Αμέσως καταλάβαμε τι πήγαινε να πει
και τού ’παμε να φύγει μουδιασμένα
Αφού δεν είχε νέα ευχάριστα να πει
καλύτερα να μη μάς πει κανένα.
Μια απόδειξη ότι η καλλιτεχνική ευαισθησία γίνεται πολύ πιο ισχυρή από κάθε πολιτικό επιχείρημα».
«Ο Διονύσης δεν αρνήθηκε ποτέ την πρόσκληση της αμφισβήτησης. Έγινε πυροδότης προβληματισμού. και στα δύο αυτά επίπεδα. Πρωτοπόρος στους δρόμους του πενταγράμμου και αιρετικός στα σχόλιά του» δήλωσε ο κ. Μητσοτάκης σημειώνοντας στη συνέχεια ότι ήταν ένας πατριώτης που αγαπούσε τον τόπο του αληθινά» και δεν δέχθηκε ποτέ δημόσια αξιώματα.
«Δεν ήταν μόνο η δημόσια συμπεριφορά του Διονύση που νιώθω να ενώνονται στο πρόσωπό του η Τέχνη και η πολιτική», σημείωσε. Παραθέτοντας ορισμένες λέξεις από το αυτοβιογραφικό του βιβλίο του Διονύση Σαββόπουλου ο Πρωθυπουργός σχολίασε,
«”Ο κόσμος με έχει πικράνει τόσο πολύ που λέω να τα παρατήσω όλα. Μετά σκέφτομαι ότι αυτό το επάγγελμα. Ουδείς σε υποχρεωσε. Εσύ αποφάσισες να ζεις με τον κόσμο”. Ένα αντάμωμα που ήταν εξαρχής το όνειρό του. Ήταν σίγουρα μια απόφαση παντοτινή, γιατί με τον κόσμο θα ζει ο Σαββόπουλος στο εξής, ανήκοντας στους λίγους που ενώ ψυχαγωγούν με τον τρόπο τους μας καθορίζουν. Έτσι άλλωστε διεύρυνε τους ορίζοντες των ήχων και των στίχων για να καταστεί ο χρονογράφος του ελληνικού ταξιδιού επί μισό και πλέον αιώνα. Γι αυτό και η κληρονομιά του δεν αποτελεί μονάχα ένα κομμάτι της καλλιτεχνικής μας ιστορίας αλλά και κομμάτι πλέον της συλλογικής μας μνήμης».
Κλείνοντας τον επικήδειο λόγο του, ο Κυριάκος Μητσοτάκης είπε:
«Νιόνιο μας, θα σε αποχαιρετίσω με ένα μεγάλο ευχαριστώ στο όνομα τόσων γενεών που σφράγισε η διαδρομή σου. Και να σου πω, επίσης, ότι από αύριο δεν θα υπάρχεις μόνο μέσα από τα τραγούδια σου. Θα σε σκεφτόμαστε κάθε φορά που ένας νέος πιάνει μια κιθάρα για να κάνει την αλήθεια του μουσική αλλά και σε κάθε συγκυρία που θα μας καλεί να κοιταχτούμε στον εθνικό μας καθρέπτη, με τα καλά μας και τα στραβά μας, για να συμφιλιωθούμε με τους εαυτούς μας, αλλά πάνω απ’ όλα για να διακρίνουμε τις ξεχωριστές αρετές των Ελλήνων».
