Σαφές μήνυμα υπέρ της σταθερότητας και της αποκλιμάκωσης στις σχέσεις Ευρώπης – Ηνωμένων Πολιτειών έστειλε από τις Βρυξέλλες ο Κυριάκος Μητσοτάκης, αμέσως μετά την ολοκλήρωση του έκτακτου Ευρωπαϊκό Συμβούλιο.
Ο πρωθυπουργός αναγνώρισε ότι οι ευρωατλαντικές σχέσεις δοκιμάστηκαν έντονα το τελευταίο διάστημα, υπογραμμίζοντας όμως ότι κοινός στόχος παραμένει η διατήρησή τους σε λειτουργικό επίπεδο, χωρίς κινήσεις που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μη αναστρέψιμες εξελίξεις.
Αναταράξεις μεν, ανάγκη λειτουργικότητας δε
«Δεν είναι μυστικό ότι οι ευρωατλαντικές σχέσεις τον τελευταίο χρόνο έχουν περάσει από περιόδους αναταράξεων», σημείωσε ο Κυριάκος Μητσοτάκης, τονίζοντας ότι όλες οι πλευρές οφείλουν «καλή τη πίστει» να επιδιώκουν τη διατήρηση ενός πλαισίου συνεργασίας. Όπως εξήγησε, η αποφυγή συμπεριφορών που ξεπερνούν τα όρια είναι κρίσιμη, καθώς ορισμένες συνέπειες ενδέχεται να μην μπορούν να διορθωθούν εκ των υστέρων.
Ο πρωθυπουργός εμφανίστηκε, πάντως, συγκρατημένα αισιόδοξος, επισημαίνοντας ότι η κατάσταση είναι «ελαφρώς καλύτερη» σε σχέση με τη χρονική στιγμή σύγκλησης της Συνόδου, μετά τη διευκρίνιση από τον Ντόναλντ Τραμπ πως δεν προτίθεται να επιβάλει πρόσθετους δασμούς σε χώρες που στήριξαν ανοιχτά τη Γροιλανδία, ούτε να κάνει χρήση στρατιωτικής ισχύος εις βάρος εδάφους που ανήκει στο βασίλειο της Δανία.
Η ελληνική θέση μεταξύ ΕΕ και ΗΠΑ
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης υπογράμμισε ότι «οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς φίλους», θέτοντας ως προϋπόθεση για τη συνεργασία ένα ξεκάθαρο πλαίσιο συνεννόησης. Υπενθύμισε ότι η Ελλάδα είναι ταυτόχρονα κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και χώρα με στρατηγική σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, γεγονός που –όπως είπε– καθιστά αναγκαία την προσπάθεια ώστε οι όποιες εντάσεις να παραμένουν πρόσκαιρες και να αναζητούνται λύσεις αμοιβαίου οφέλους.
Στο ίδιο πλαίσιο, αναφέρθηκε στον ρόλο της χώρας ως μη μόνιμου μέλους του Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, υπογραμμίζοντας τη δέσμευση της Ελλάδας στην πολυμέρεια και στο διεθνές δίκαιο. «Δε θα κουραστώ να προσπαθώ να πείθω τους Αμερικανούς συνομιλητές μου ότι η οποιαδήποτε ένταση στις ευρωατλαντικές σχέσεις ζημιώνει τόσο την Ευρώπη όσο και τις ΗΠΑ», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Συμβούλιο Ειρήνης, Γάζα και ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες
Αναφερόμενος στο Συμβούλιο της Ειρήνης, ο πρωθυπουργός ξεκαθάρισε ότι, όπως είναι σήμερα διατυπωμένο, δημιουργεί σοβαρές δυσκολίες συμμετοχής για την Ελλάδα και για την πλειονότητα των ευρωπαϊκών χωρών. Υπενθύμισε, ωστόσο, ότι η Ελλάδα πρωταγωνίστησε στην απόφαση 2803, η οποία νομιμοποίησε το Συμβούλιο Ειρήνης των ΗΠΑ αποκλειστικά ως προσωρινή διοίκηση της Γάζα, με στόχο την υλοποίηση των επόμενων σταδίων του ειρηνευτικού σχεδίου.
«Θέλουμε να είμαστε παρόντες. Θέλουμε η Ευρώπη να είναι παρούσα», τόνισε, σημειώνοντας ότι η Ελλάδα έχει άμεσο ενδιαφέρον για τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή. Όπως είπε, βρήκε ανταπόκριση η ιδέα διερεύνησης ευρωπαϊκών πρωτοβουλιών, ώστε το Συμβούλιο Ειρήνης να επιστρέψει στον αρχικό του προορισμό: την ειρήνευση στη Γάζα, τη μεταβατική διοίκηση και την ανοικοδόμηση, ως πρώτο βήμα για ουσιαστική επίλυση του Παλαιστινιακού.
Αρκτική, Γροιλανδία και «κόκκινες γραμμές»
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε ο πρωθυπουργός και στην προστασία της Αρκτικής, την οποία χαρακτήρισε κρίσιμη προτεραιότητα για το ΝΑΤΟ, την ευρωπαϊκή και την αμερικανική ασφάλεια. Όπως είπε, απαιτείται συνεργασία με τις ΗΠΑ εντός του ΝΑΤΟ, ώστε να αποτραπεί η ενίσχυση της επιρροής της Κίνας ή της Ρωσίας στην περιοχή.
Για τη Γροιλανδία, ο Κυριάκος Μητσοτάκης ξεκαθάρισε ότι οι «κόκκινες γραμμές» είναι απολύτως σαφείς: δεν τίθεται θέμα αμφισβήτησης της εδαφικής ακεραιότητας και της κυριαρχίας της, ενώ μόνο η ίδια και το βασίλειο της Δανίας μπορούν να αποφασίσουν για το μέλλον της. Αναγνώρισε, πάντως, ότι οι ΗΠΑ έχουν δικαιολογημένες ανησυχίες για την Αρκτική, επισημαίνοντας ότι υπάρχουν τρόποι αντιμετώπισης του ζητήματος μέσω του ΝΑΤΟ και της διμερούς συμφωνίας ΗΠΑ–Δανίας του 1951, χωρίς να θιγεί η ανεξαρτησία της περιοχής.
Στρατηγική αυτονομία και ευρωπαϊκή ισχύς
Κλείνοντας, ο πρωθυπουργός επανέφερε το ζήτημα της στρατηγικής αυτονομίας της Ευρώπης, υπενθυμίζοντας ότι υπήρξε από τους πρώτους που στήριξαν αυτή την προσέγγιση. Αναγνώρισε ότι έχουν γίνει σημαντικά βήματα από τη Διάσκεψη των Βερσαλλιών και μετά, σημειώνοντας ότι η Ελλάδα υπήρξε επισπεύδουσα σε αυτή τη λογική.
Τόνισε, ωστόσο, ότι η στρατηγική αυτονομία περνά αναγκαστικά μέσα από την ενίσχυση της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας. «Πρέπει να περάσουμε από την ισχύ των αξιών μας στην αξία της ισχύος μας», κατέληξε, στέλνοντας μήνυμα ότι η ενδυνάμωση της Ευρώπης αφορά τόσο την Ένωση συνολικά όσο και την Ελλάδα ειδικότερα.
