Τα σύννεφα της εσωστρέφειας πάνω από το κυβερνητικό στρατόπεδο όχι μόνο δεν διαλύονται, αλλά πυκνώνουν επικίνδυνα. Η φράση «κάτι δεν πάει καλά στο Μέγαρο Μαξίμου», ειπωμένη από τα χείλη του πολύπειρου «γαλάζιου» βουλευτή Γιώργου Βλάχου, δεν αποτελεί απλώς μια μεμονωμένη κριτική παρατήρηση. Αποτελεί την κορυφή του παγόβουνου μιας βαθιάς δυσφορίας που σιγοβράζει στο εσωτερικό της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της Νέας Δημοκρατίας.
Μέσα από μια χειμαρρώδη και άκρως αιχμηρή ραδιοφωνική του συνέντευξη (στα Παραπολιτικά 90,1), ο κ. Βλάχος άνοιξε τον ασκό του Αιόλου, αγγίζοντας όλες τις ανοιχτές πληγές της κυβέρνησης: Από τη διαχείριση των σκανδάλων και τη στάση απέναντι στους ευρωπαϊκούς θεσμούς, μέχρι τον διαχωρισμό των στελεχών σε… πατρικίους και πληβείους.
Το Θρίλερ Λαζαρίδη και το Κενό Συντονισμού
Η αφορμή για την έκρηξη Βλάχου δόθηκε από την επεισοδιακή παραίτηση του Μακάριου Λαζαρίδη. Η υπόθεση, που εξελίχθηκε σε ανοιχτή κρίση, ανέδειξε σύμφωνα με τον βουλευτή ένα σοβαρό έλλειμμα κεντρικής διαχείρισης.
«Εκ του αποτελέσματος, κάτι δεν πάει καλά, δεν υπάρχει συντονισμός», δήλωσε χαρακτηριστικά. Το πρόβλημα, όπως εξήγησε, δεν ήταν μόνο η ίδια η παραίτηση, καθώς, όπως τόνισε, ο κ. Λαζαρίδης «έπρεπε να είχε φύγει από την πρώτη στιγμή» αλλά η εικόνα διάλυσης που εξέπεμψε το κόμμα. Θεωρεί πολιτικά οξύμωρο το να αναγκάζεται η Ντόρα Μπακογιάννη (που γνωρίζει πρόσωπα και πράγματα εκ των έσω) να ζητήσει δημοσίως την παραίτηση ενός στελέχους προκειμένου να «διευκολύνει το κόμμα», αυτή να γίνεται δεκτή αστραπιαία, και εν συνεχεία ο παραιτηθείς να της επιτίθεται μέσω social media, αναδημοσιεύοντας ειρωνικά σχόλια που την καλούσαν να «φάει σοκολατάκια και να παίξει με τα εγγονάκια της».
Για τον κ. Βλάχο, τέτοιες κρίσεις έπρεπε να λύνονται θεσμικά, πίσω από τις κλειστές πόρτες της Κοινοβουλευτικής Ομάδας, και όχι στα τηλεοπτικά παράθυρα.
Τα «Αρχοντόπουλα» και η Απαξίωση της Βάσης
Εκεί όμως που η κριτική απέκτησε έντονο εσωκομματικό βάρος, ήταν η αναφορά του στο επίμαχο σενάριο περί ασυμβίβαστου μεταξύ βουλευτή και υπουργού, μια συζήτηση που έχει ανοίξει από την ηγεσία.
Μιλώντας τη γλώσσα των απλών ψηφοφόρων αλλά και των απογοητευμένων στελεχών της περιφέρειας, ο Γιώργος Βλάχος κατήγγειλε τη δημιουργία βουλευτών «δύο ταχυτήτων». Όπως περιέγραψε γλαφυρά, από τη μία υπάρχουν τα «αρχοντόπουλα», εξωκοινοβουλευτικοί υπουργοί ή διορισμένοι στο Επικρατείας που δεν περνούν από τη «μέγγενη» της λαϊκής ψήφου και από την άλλη οι βουλευτές που τρέχουν στις γειτονιές για να κρατήσουν την επαφή του κόμματος με την κοινωνία. Η απαξίωση αυτής της δεύτερης, κρίσιμης κατηγορίας από τα κέντρα αποφάσεων ενοχλεί βαθύτατα την κοινοβουλευτική βάση.
Το «Άδειασμα» στον Άδωνι Γεωργιάδη
Από το στόχαστρο δεν ξέφυγε ούτε ο Άδωνις Γεωργιάδης. Με φόντο τις συνεχιζόμενες επιθέσεις του Υπουργού Υγείας κατά της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, ο κ. Βλάχος πήρε σαφείς αποστάσεις, τονίζοντας το αυτονόητο: «Δεν μπορούμε να παραδεχόμαστε την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία μόνο όταν μας συμφέρει».
Αφήνοντας σαφείς αιχμές, αναρωτήθηκε φωναχτά γιατί ο κ. Γεωργιάδης επιμένει σε μια ρητορική που συγκρούεται με τη μετριοπαθή, θεσμική γραμμή του ίδιου του Πρωθυπουργού, καταλήγοντας με τη χαρακτηριστική συμβουλή: «Κάποιος πρέπει να μιλάει λιγότερο».
Η «Νάρκη» του ΟΠΕΚΕΠΕ
Το ρεπορτάζ ωστόσο, δείχνει ότι το πραγματικό τεστ αντοχής για το Μέγαρο Μαξίμου έρχεται στις επικείμενες ψηφοφορίες για την άρση ασυλίας των βουλευτών που εμπλέκονται στη δικογραφία για το τεράστιο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ.
Ο Γιώργος Βλάχος διεμήνυσε ότι αρνείται να δώσει «λευκή επιταγή» και να ψηφίσει χωρίς στοιχεία. «Το “ναι” σε όλους σημαίνει ότι δεν είδα τίποτα, δεν άκουσα τίποτε, δεν με ενδιαφέρει», δήλωσε ρητά, απαιτώντας να μελετήσει πρώτα τις εξηγήσεις των συναδέλφων του. Την ίδια στιγμή, οι πληροφορίες θέλουν δεκάδες «γαλάζιους» βουλευτές, ανάμεσά τους και πρωτοκλασάτα στελέχη, να διαφοροποιούνται από τη γραμμή της υπερψήφισης της άρσης ασυλιών, μετατρέποντας τη διαδικασία σε ωρολογιακή βόμβα για τη συνοχή της παράταξης.
Το συμπέρασμα είναι προφανές: Η κυβέρνηση δεν έχει απέναντί της μόνο τη φθορά της εξουσίας ή την αντιπολίτευση, αλλά κυρίως μια εσωτερική κομματική βάση που πλέον μιλά ανοιχτά, δυνατά και απαιτεί επιστροφή στη θεσμική λειτουργία.
