Μία από τις πλέον εμβληματικές, αλλά και χρονίζουσες μεταρρυθμίσεις στον χώρο της ελληνικής δικαιοσύνης και της αντεγκληματικής πολιτικής περνάει πλέον από το στάδιο των εξαγγελιών στην πλήρη, καθολική εφαρμογή της. Από τη Δευτέρα, 18 Μαΐου 2026, το μέτρο της ηλεκτρονικής επιτήρησης τίθεται σε καθολική λειτουργία σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια. Πρόκειται για μια κομβική απόφαση της πολιτικής ηγεσίας του υπουργείου προστασίας του πολίτη, η οποία εναρμονίζει πλήρως την Ελλάδα με τα σύγχρονα ευρωπαϊκά σωφρονιστικά πρότυπα.
Η εξέλιξη αυτή, που ανακοινώθηκε με απόφαση του υφυπουργού προστασίας του πολίτη, Ιωάννη Δ. Λαμπρόπουλου, δεν αποτελεί απλώς μια τεχνική αναβάθμιση του συστήματος, αλλά μια βαθιά τομή στον ίδιο τον πυρήνα της σωφρονιστικής μας φιλοσοφίας. Η μετάβαση στην καθολική χρήση του μέτρου ανοίγει τον δρόμο για έναν εξορθολογισμό των ποινών, αντιμετωπίζοντας παράλληλα ένα από τα μεγαλύτερα «αγκάθια» του κράτους δικαίου: τον υπερπληθυσμό των σωφρονιστικών καταστημάτων.
Το τέλος των ταξικών διακρίσεων: μηδενική οικονομική επιβάρυνση
Το πιο σημαντικό, ίσως, στοιχείο της νέας σύμβασης είναι η πρόβλεψη για μηδενική οικονομική επιβάρυνση των επιτηρούμενων. Για όσους παρακολουθούν στενά το αστυνομικό και δικαστικό ρεπορτάζ, είναι γνωστό ότι στο παρελθόν η χρήση του συστήματος ηλεκτρονικής επιτήρησης αποτελούσε συχνά ένα «προνόμιο» για όσους διέθεταν την οικονομική δυνατότητα να καλύψουν το ημερήσιο κόστος του εξοπλισμού. Αυτή η συνθήκη δημιουργούσε μια ανεπίτρεπτη ταξική διάκριση στην απονομή της δικαιοσύνης και στην έκτιση των ποινών.
Με τη νέα δημόσια σύμβαση, η οποία εγκρίθηκε νομίμως από το Ελεγκτικό Συνέδριο, το κράτος αναλαμβάνει εξ ολοκλήρου το κόστος. Η σύμβαση, που υπεγράφη μεταξύ του γενικού γραμματέα αντεγκληματικής πολιτικής, Αρίστου Περρή, και της αναδόχου εταιρείας, έχει χρονικό ορίζοντα έως τις 31 Δεκεμβρίου 2027, διασφαλίζοντας την απρόσκοπτη παροχή των υπηρεσιών και την τεχνική υποστήριξη του λογισμικού παρακολούθησης.
Οι τρεις πυλώνες: υπόδικοι, κατάδικοι και άδειες κρατουμένων
Η αρχιτεκτονική του μέτρου της ηλεκτρονικής επιτήρησης, όπως διαμορφώνεται πλέον, εδράζεται σε τρεις βασικούς άξονες εφαρμογής, καλύπτοντας διαφορετικές ανάγκες του συστήματος ποινικής δικαιοσύνης:
-
υπόδικοι: Η χρήση του βραχιολιού επιτρέπει την αποφυγή της προσωρινής κράτησης (προφυλάκισης) για άτομα που αναμένουν την εκδίκαση της υπόθεσής τους, εφόσον πληρούνται τα αυστηρά νομικά κριτήρια. Με αυτόν τον τρόπο, προστατεύεται το τεκμήριο της αθωότητας και αποφεύγεται ο στιγματισμός του εγκλεισμού πριν καν υπάρξει αμετάκλητη δικαστική απόφαση.
-
κατάδικοι (εναλλακτική έκτιση): Για συγκεκριμένα, ηπιότερα αδικήματα και κάτω από αυστηρές προϋποθέσεις που ορίζει ο νόμος, ο κατάδικος μπορεί να εκτίσει το υπόλοιπο της ποινής του εκτός των τειχών της φυλακής. Αυτό του επιτρέπει να διατηρήσει την εργασία του, να βρίσκεται κοντά στην οικογένειά του και να παραμείνει ενεργό μέλος της κοινωνίας.
-
άδειες κρατουμένων: Η παρακολούθηση κατά τη διάρκεια των τακτικών ή εκπαιδευτικών αδειών μηδενίζει πρακτικά τον κίνδυνο παραβίασης της άδειας ή τέλεσης νέων αδικημάτων. Ο κρατούμενος μπορεί να επανεντάσσεται σταδιακά, ενώ η κοινωνία παραμένει απόλυτα προστατευμένη μέσω του σήματος γεωεντοπισμού (GPS) 24 ώρες το 24ωρο.
Η λύση στον υπερπληθυσμό και η ευρωπαϊκή κανονικότητα
Αναλύοντας τα δεδομένα, καθίσταται σαφές ότι η στρατηγική επιλογή του υπουργείου προστασίας του πολίτη δεν έχει μόνο ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα. Συνδέεται άμεσα με την ορθολογική διαχείριση των κρατικών πόρων και την αποσυμφόρηση των φυλακών. Οι ελληνικές φυλακές έχουν δεχθεί επανειλημμένα αυστηρές συστάσεις από ευρωπαϊκούς θεσμούς και επιτροπές ανθρωπίνων δικαιωμάτων για τις συνθήκες κράτησης, οι οποίες επιδεινώνονται λόγω του μεγάλου αριθμού των έγκλειστων.
Με την καθολική εφαρμογή της ηλεκτρονικής επιτήρησης, αποδεσμεύονται κελιά, βελτιώνονται κάθετα οι συνθήκες διαβίωσης για όσους πρέπει υποχρεωτικά να παραμείνουν εντός των σωφρονιστικών καταστημάτων, ενώ μειώνεται σημαντικά και το λειτουργικό κόστος του κράτους (σίτιση, φύλαξη, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη εντός των φυλακών).
Η γενική γραμματεία αντεγκληματικής πολιτικής κάνει ένα αποφασιστικό βήμα. Ο εκσυγχρονισμός του σωφρονιστικού μας συστήματος με ψηφιακά εργαλεία και εναλλακτικές μορφές έκτισης της ποινής, όπως συμβαίνει σε όλες τις προηγμένες ευρωπαϊκές δημοκρατίες, δεν αποτελεί απλώς μια ένδειξη επιείκειας. Είναι μια συνειδητή πολιτική επιλογή που μειώνει την υποτροπή, ενισχύει την ασφάλεια των πολιτών και δίνει μια πραγματική δεύτερη ευκαιρία σε όσους είναι έτοιμοι να ενταχθούν ξανά στον κοινωνικό ιστό.
