Σε μια περίοδο κατά την οποία το πολιτικό και διπλωματικό αφήγημα των ελληνοτουρκικών σχέσεων φαινόταν να έχει εγκλωβιστεί σε μια παρατεταμένη νηνεμία, η πρόσφατη δημόσια παρέμβαση του υπουργού Εξωτερικών, Γιώργου Γεραπετρίτη, έρχεται να λειτουργήσει ως ένα εξαιρετικά ηχηρό καμπανάκι ρεαλισμού. Μιλώντας από το βήμα του ετήσιου συνεδρίου του Κύκλου Ιδεών, το οποίο συνδιοργανώθηκε με το Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών υπό τον τίτλο «Εθνικό Σχέδιο Δράσης υπό συνθήκες παγκόσμιας αβεβαιότητας», ο επικεφαλής της ελληνικής διπλωματίας περιέγραψε τη σημερινή συγκυρία ως ένα «σημαντικό σταυροδρόμι». Με τη δήλωση αυτή, αποδέχεται ουσιαστικά ότι η περίοδος χάριτος του ελληνοτουρκικού διαλόγου, η οποία ξεκίνησε το 2023, ενδέχεται να πλησιάζει σε ένα εξαιρετικά κρίσιμο, ίσως και επικίνδυνο, τέλος.
H προσεκτική αποκωδικοποίηση των δηλώσεων του κ. Γεραπετρίτη δεν αφήνει κανένα περιθώριο για εφησυχασμό. Η ελληνική εξωτερική πολιτική βρίσκεται για άλλη μια φορά αντιμέτωπη με τη μόνιμη, δομική της αντίφαση: από τη μία πλευρά, υπάρχει η εύλογη ανάγκη διατήρησης της ηρεμίας στο πεδίο και της οικονομικής σταθερότητας και, από την άλλη, ορθώνεται ο σταθερός, θεσμικός και αταλάντευτος αναθεωρητισμός της Τουρκίας. Ένας αναθεωρητισμός που, όπως όλα δείχνουν, απειλεί πλέον να λάβει επίσημη, νομική υπόσταση από τη γειτονική χώρα.
Tο θεσμικό φάντασμα της «Γαλάζιας Πατρίδας» και η δοκιμασία των εθνικών αντανακλαστικών
Το πλέον κρίσιμο σημείο της τοποθέτησης του Έλληνα υπουργού αφορούσε τη διαφαινόμενη, ισχυρή πρόθεση της τουρκικής κυβέρνησης να νομοθετήσει το αναθεωρητικό δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας» (Mavi Vatan). Παρότι ο κ. Γεραπετρίτης προσπάθησε να διατηρήσει χαμηλούς, διπλωματικούς τόνους, ξεκαθαρίζοντας ότι αρνείται να καταστεί «συνομιλητής σε διαρροές», καθώς δεν υπάρχει ακόμη επίσημη τοποθέτηση εκ μέρους της τουρκικής κυβέρνησης, η προειδοποίησή του υπήρξε απολύτως σαφής και αιχμηρή: «Αναλόγως του περιεχομένου (της τουρκικής ρύθμισης), πιθανώς να υπάρξει αναβάθμιση της έντασης».
Εδώ ακριβώς απαιτείται από την πλευρά μας μια αυστηρή, κριτική ανάγνωση της κατάστασης. Ιστορικά, η τουρκική διπλωματία χρησιμοποιεί πάγια τις στοχευμένες «διαρροές» προς τον ελεγχόμενο Τύπο ως εργαλείο βολιδοσκόπησης των ελληνικών, ευρωπαϊκών και διεθνών αντανακλαστικών. Το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας» δεν συνιστά απλώς ένα θεωρητικό, εθνικιστικό αφήγημα για εσωτερική κατανάλωση. Αντιθέτως, έχει ήδη ενταχθεί στα τουρκικά σχολικά εγχειρίδια, διδάσκεται σε στρατιωτικές ακαδημίες και τώρα επιχειρείται η θεσμική και νομική του θωράκιση. Το επιχείρημα ότι πρόκειται για μια μονομερή ενέργεια, απολύτως άκυρη βάσει του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας (UNCLOS), είναι νομικά ορθό, αλλά πολιτικά δεν μειώνει στο ελάχιστο τη γεωπολιτική της βαρύτητα.
Ο υπουργός Εξωτερικών διαβεβαίωσε κατηγορηματικά ότι η ελληνική πολιτεία έχει πάντα έτοιμα τόσο «προληπτικά όσο και κατασταλτικά σενάρια». Διαθέτουμε, όπως είπε, τα μέσα να το διαχειριστούμε. Ωστόσο, το ερώτημα που πλανάται στην ελληνική κοινωνία παραμένει αμείλικτο: επαρκεί η εκ των υστέρων διπλωματική καταστολή μιας νομικής πράξης από την πλευρά της Άγκυρας; Ή μήπως η Αθήνα κινδυνεύει να βρεθεί για άλλη μια φορά εγκλωβισμένη σε έναν ατέρμονο διπλωματικό λαβύρινθο, προσπαθώντας εναγωνίως να αποδείξει τα αυτονόητα στη διεθνή κοινότητα, ενώ η Τουρκία θα έχει δημιουργήσει ένα ακόμη «γκρίζο» τετελεσμένο στο χαρτί;
Tα «ήρεμα νερά» στο μικροσκόπιο: στρατηγικό πλεονέκτημα ή ιδιότυπη ομηρία;
Απαντώντας στους επικριτές της κυβερνητικής πολιτικής των «ήρεμων νερών», ο Γιώργος Γεραπετρίτης υπεραμύνθηκε σθεναρά της στρατηγικής επιλογής του Μεγάρου Μαξίμου. Υπογράμμισε με έμφαση ότι η διατήρηση ανοιχτών διαύλων επικοινωνίας ήταν μια «δύσκολη προσπάθεια» η οποία, ωστόσο, απέφερε καρπούς. Ξεκαθάρισε ότι τα ήρεμα νερά δεν συνιστούν επ’ ουδενί εθνική αδράνεια. Ως απτά παραδείγματα της ελληνικής ενεργητικότητας έφερε τον θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό, την πρόσφατη εξαγγελία για τα θαλάσσια πάρκα, την πρακτική απάντηση επί του πεδίου για την αποστρατικοποίηση των νησιών και την αποφασιστική εμβάθυνση των στρατηγικών συμμαχιών της χώρας με δυνάμεις όπως οι ΗΠΑ, το Ισραήλ, τα κράτη του Κόλπου και η Ινδία.
Παρ’ όλα αυτά, ο ίδιος προέβη σε μια εξαιρετικά ρεαλιστική, έντιμη και συνάμα σκληρή παραδοχή, η οποία διαλύει τις όποιες ψευδαισθήσεις: «Δεν θα υπάρχει βιώσιμη ειρήνη όσο παραμένει άλυτο το βασικό ζήτημα μεταξύ των δύο χωρών, δηλαδή η οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ».
Η παραδοχή αυτή αναδεικνύει περίτρανα τον πυρήνα του ελληνοτουρκικού προβλήματος. Η περίοδος της ηρεμίας προσέφερε αναμφίβολα στην Ελλάδα μια πολύτιμη, ζωτική ανάσα για τον απαραίτητο εξοπλιστικό της εκσυγχρονισμό, την τουριστική άνοδο και την οικονομική της ανάκαμψη. Όμως, συνιστούν αποκλειστικά μια τακτική παύση, όχι μια μόνιμη στρατηγική λύση. Η κριτική που ασκείται από έμπειρους διπλωματικούς και στρατιωτικούς κύκλους είναι πως, όσο η Ελλάδα επενδύει όλο της το πολιτικό κεφάλαιο στη θετική ατζέντα (εμπόριο, τουρισμός, μεταναστευτικό), η Τουρκία αξιοποιεί τον κερδισμένο χρόνο για να εμπεδώσει στη διεθνή σκηνή ότι οι μαξιμαλιστικές της διεκδικήσεις αποτελούν πλέον «νόμιμες διαφορές» που χρήζουν συνολικής διαπραγμάτευσης. Η αδράνεια είναι πράγματι οπισθοδρόμηση, όμως ένας διάλογος δίχως αυστηρές κόκκινες γραμμές και κοινή νομική βάση, την οποία η Άγκυρα απορρίπτει συστηματικά, μπορεί να αποβεί εξίσου επικίνδυνος.
Tο οπλισμένο drone στη Λευκάδα και η εφιαλτική διάχυση των πολεμικών κρίσεων
Η εξαιρετικά ενδιαφέρουσα τοποθέτηση του υπουργού Εξωτερικών δεν περιορίστηκε αμιγώς στα ελληνοτουρκικά ζητήματα, αλλά άγγιξε ένα ζήτημα που προκάλεσε βαθύ σοκ στο πανελλήνιο και ενίσχυσε το αίσθημα ανασφάλειας των πολιτών: τον εντοπισμό ενός οπλισμένου μη επανδρωμένου σκάφους επιφανείας (ναυτικό drone) στις ακτές της Λευκάδας στο Ιόνιο πέλαγος.
Ο κ. Γεραπετρίτης, προς τιμήν του, δεν επιχείρησε να υποβαθμίσει το γεγονός. Το χαρακτήρισε «εξαιρετικά σοβαρό», τονίζοντας εμφατικά ότι το θέμα «δεν είναι λήξαν». Κατέστησε σαφές ότι είναι απολύτως «αδιανόητο» να εντοπίζεται ένα τέτοιο επικίνδυνο αντικείμενο, φορτωμένο με πυροκροτητές, στις ελληνικές ακτές. Αναγνώρισε ότι πρόκειται για ένα τεράστιο ζήτημα που απειλεί την εθνική ασφάλεια, την οικονομική ζωή (ναυτιλία, τουρισμό) και το θαλάσσιο περιβάλλον.
Αναμένοντας το τελικό και εξονυχιστικό πόρισμα του ΓΕΕΘΑ, ο υπουργός διαμήνυσε ότι θα υπάρξουν αναγκαίες ενέργειες σε διμερές και πολυμερές επίπεδο, κρούοντας τον κώδωνα του κινδύνου: «Η Μεσόγειος δεν αντέχει να καταστεί κέντρο επιχειρήσεων» και δεν θα επιτραπεί η μεταφορά του θεάτρου επιχειρήσεων στη λεκάνη της. Η δήλωση αυτή, σε απόλυτη συνάρτηση με την αταλάντευτη στάση της Ελλάδας υπέρ της Ουκρανίας, μια στάση που χαρακτήρισε εθνική στρατηγική κατά του αλυτρωτισμού, διαμηνύοντας ότι «χίλιες φορές θα πάρουμε την ίδια θέση», δείχνει την πλήρη επίγνωση της Αθήνας ότι ο πόλεμος δεν αποτελεί πλέον απλώς μια μακρινή, αποστειρωμένη τηλεοπτική εικόνα.
Από την άλλη πλευρά, το πρωτοφανές περιστατικό στη Λευκάδα αναδεικνύει ένα τεράστιο, εν δυνάμει κενό ασφάλειας στα δυτικά και θεωρητικά απολύτως προστατευμένα σύνορα της χώρας μας. Εάν ένα στρατιωτικού τύπου drone μπορεί να παρασυρθεί επί εκατοντάδες μίλια (ή ενδεχομένως να κατευθυνθεί σκόπιμα) μέχρι τις ακτές του Ιονίου Πελάγους δίχως να γίνει εγκαίρως αντιληπτό, είναι πασιφανές ότι η έννοια της κλειστής, προστατευμένης ελληνικής θάλασσας δοκιμάζεται. Η επιμονή της κυβέρνησης ότι δεν θα επιτρέψει τη διάχυση του πολέμου είναι απολύτως σωστή, ωστόσο απαιτεί άμεσα την ενίσχυση των συστημάτων επιτήρησης, γενναίες επενδύσεις στο Πολεμικό Ναυτικό και το Λιμενικό Σώμα, καθώς και στενή, καθημερινή συνεργασία με τους μηχανισμούς του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
