Το φετινό καλοκαίρι δεν αποτελεί απλώς άλλη μία τουριστική σεζόν για τη χώρα, αλλά το πλέον κρίσιμο, υπαρξιακό σταυροδρόμι για τη μακροπρόθεσμη πορεία της ελληνικής οικονομίας. Το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF), το οποίο τροφοδότησε με πρωτοφανή ρευστότητα και επενδυτική ορμή την εγχώρια αγορά μετά τη λαίλαπα της πανδημίας, έχει εισέλθει στην τελική και πιο επικίνδυνη ευθεία του. Με τον συνολικό προϋπολογισμό του προγράμματος να αγγίζει τα 36 δισ. ευρώ μοιρασμένα σχεδόν ισόποσα σε άμεσες επιχορηγήσεις και χαμηλότοκα δάνεια, η Ελλάδα καλείται να πατήσει τέρμα το γκάζι προκειμένου να μην επιστρέψει στις Βρυξέλλες ούτε ένα πολύτιμο ευρώ.
Ο χρόνος τελειώνει ανεπιστρεπτί. Μέχρι τον προσεχή Αύγουστο και Σεπτέμβριο, η Αθήνα οφείλει να έχει προετοιμάσει και υποβάλει τα τελικά αιτήματα πληρωμής προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, καθώς το πρόγραμμα ρίχνει οριστικά αυλαία στο τέλος του 2026.
H πραγματική εικόνα της απορρόφησης και η θέση της Ελλάδας στην Ευρώπη
Από στενά στατιστικής άποψης, η χώρα μας έχει καταγράψει αξιοσημείωτες επιδόσεις, διατηρώντας σταθερά μία από τις κορυφαίες θέσεις απορρόφησης ανάμεσα στα 27 κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών κατάφερε να φέρει εγκαίρως στα κρατικά ταμεία διψήφιο αριθμό δισεκατομμυρίων, μέσω αλλεπάλληλων επιτυχημένων αιτημάτων εκταμίευσης.
Γνωρίζουμε άριστα ότι το «τελευταίο μίλι» είναι παραδοσιακά το πιο δύσβατο. Προκειμένου να απελευθερωθούν οι τελευταίες δόσεις, πρέπει να εκπληρωθούν δεκάδες αυστηρά ορόσημα (milestones). Αυτά δεν αφορούν πλέον τη θεωρητική ψήφιση κάποιων μεταρρυθμιστικών νομοσχεδίων στη Βουλή, αλλά την πρακτική, πιστοποιημένη ολοκλήρωση βαρέων υποδομών και την πλήρη ψηφιοποίηση κρατικών λειτουργιών. Το χρήμα των ευρωπαϊκών επιχορηγήσεων είναι μεν «καθαρό» και μη επιστρεπτέο, όμως συνοδεύεται από μια αμείλικτη ρήτρα: αν τα έργα δεν έχουν παραδοθεί λειτουργικά εντός του σφιχτού χρονοδιαγράμματος, τα αντίστοιχα κεφάλαια απλώς χάνονται οριστικά.
Οι γραφειοκρατικές αγκυλώσεις και το όριο αντοχής του κατασκευαστικού κλάδου
Τι είναι αυτό που πραγματικά απειλεί την πλήρη, στο 100%, απορρόφηση των κονδυλίων; Πρώτον και κύριον, ο εγχώριος κατασκευαστικός κλάδος. Οι τεχνικές εταιρείες της χώρας βρίσκονται στα απόλυτα όρια των παραγωγικών τους δυνατοτήτων, αντιμετωπίζοντας δραματικές, δομικές ελλείψεις σε εξειδικευμένο εργατικό και επιστημονικό προσωπικό. Η ταυτόχρονη εκκίνηση τόσων πολλών και μεγάλων έργων έχει δημιουργήσει ένα κατασκευαστικό «μποτιλιάρισμα» που αναπόφευκτα πηγαίνει πίσω τα χρονοδιαγράμματα παράδοσης.
Δεύτερον, οι γνωστές, διαχρονικές γραφειοκρατικές παθογένειες του ελληνικού κράτους παραμένουν ένα μεγάλο, άλυτο «αγκάθι». Οι ατελείωτες καθυστερήσεις στις δικαστικές προσφυγές κατά τη διάρκεια των διαγωνισμών, οι περίπλοκες διαδικασίες αδειοδότησης, οι αρχαιολογικές ανασκαφές και οι χρονοβόρες απαλλοτριώσεις φρενάρουν επικίνδυνα την εκτέλεση των δημοσίων συμβάσεων.
Τα προγράμματα αιχμής, το Εξοικονομώ και η ψηφιακή μετάβαση
Ιδιαίτερη πίεση καταγράφεται στα προγράμματα που αγγίζουν απευθείας την καθημερινότητα του μέσου πολίτη και τη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα. Τα μαζικά προγράμματα ενεργειακής αναβάθμισης, όπως το πολυδιαφημισμένο «Εξοικονομώ», η εγκατάσταση δικτύων οπτικών ινών στην περιφέρεια, αλλά και τα προγράμματα ενίσχυσης της απασχόλησης, βρίσκονται υπό τεράστια χρονική πίεση. Η πράσινη μετάβαση και ο ψηφιακός μετασχηματισμός αποτελούν τους δύο κεντρικούς πυλώνες του εθνικού σχεδίου «Ελλάδα 2.0». Η οποιαδήποτε αδυναμία στην εμπρόθεσμη υλοποίησή τους δεν μεταφράζεται απλώς σε λογιστική απώλεια πόρων, αλλά σε πραγματικά χαμένες ευκαιρίες για τον εκσυγχρονισμό της χώρας.
Η επόμενη μέρα για την οικονομία και το κρίσιμο τεστ αξιοπιστίας
Αξίζει βεβαίως να διευκρινιστεί ότι η τυπική λήξη της ευρωπαϊκής προθεσμίας στα τέλη του 2026 δεν σημαίνει το απόλυτο, βίαιο τέλος της ρευστότητας. Το δανειακό σκέλος του Ταμείου Ανάκαμψης, το οποίο διοχετεύεται στην πραγματική οικονομία μέσω του τραπεζικού συστήματος, έχει διαφορετικούς ρυθμούς και θα συνεχίσει να υποστηρίζει την ωρίμανση ιδιωτικών επενδυτικών σχεδίων. Ωστόσο, το οριστικό κλείσιμο της στρόφιγγας των άμεσων ευρωπαϊκών επιχορηγήσεων (grants) θα δημιουργήσει ένα προφανές χρηματοδοτικό κενό, το οποίο η κυβέρνηση πρέπει να καλύψει αξιοποιώντας αποκλειστικά το τακτικό ΕΣΠΑ.
Η Ελλάδα είναι υποχρεωμένη να κερδίσει το εθνικό στοίχημα αυτού του καλοκαιριού. Κλείνοντας με απόλυτη επιτυχία και με μηδενικές απώλειες τον κύκλο του Ταμείου Ανάκαμψης, η χώρα θα αποδείξει έμπρακτα στις Βρυξέλλες ότι διαθέτει τη διαχειριστική και θεσμική επάρκεια για να διεκδικήσει πρωταγωνιστικό ρόλο σε ενδεχόμενα μελλοντικά ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά εργαλεία, όπως ένα πιθανό ευρωπαϊκό ταμείο για την κοινή άμυνα ή την ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης. Οι επόμενοι μήνες θα κρίνουν οριστικά αν η χώρα θα αφήσει για πάντα πίσω της τις αναβλητικές παθογένειες του παρελθόντος, ή αν θα σκοντάψει αδικαιολόγητα, μόλις ελάχιστα μέτρα πριν από τη γραμμή του τερματισμού.
