Η Ελλάδα, μια χώρα με ένα από τα υψηλότερα δυναμικά ηλιοφάνειας στην ευρωπαϊκή ήπειρο, βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα τεράστιο ενεργειακό παράδοξο. Την ώρα που η κυβέρνηση προτάσσει την πράσινη μετάβαση ως κεντρικό πυλώνα της οικονομικής της πολιτικής, η πραγματικότητα στην αγορά της αυτοκατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας παραμένει απογοητευτική. Ένα σύνθετο πλέγμα γραφειοκρατίας, νομικών αγκυλώσεων και καθυστερήσεων από πλευράς της πολιτείας απειλεί να εκτροχιάσει οριστικά τον εκδημοκρατισμό της ενέργειας, αφήνοντας νοικοκυριά και μικρομεσαίες επιχειρήσεις έρμαια των διακυμάνσεων του ενεργειακού κόστους.
Το ευρωπαϊκό χάσμα και οι ανεκπλήρωτες κυβερνητικές εξαγγελίες
Ήταν Σεπτέμβριος του 2022, όταν από το βήμα της ΔΕΘ, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης εξήγγειλε ένα φιλόδοξο σχέδιο για την εγκατάσταση 250.000 μικρών φωτοβολταϊκών συστημάτων σε στέγες κατοικιών, επιχειρήσεων και αγροτικών εκμεταλλεύσεων. Τέσσερα χρόνια αργότερα, τα επίσημα στοιχεία που παρουσιάζει ο Σύνδεσμος Εταιρειών Φωτοβολταϊκών (ΣΕΦ) αποκαλύπτουν μια εντελώς διαφορετική εικόνα. Σήμερα, λειτουργούν μόλις 37.500 συστήματα αυτοκατανάλωσης στη χώρα, με τη συνολική τους ισχύ να φτάνει μόλις το 1,1 GW.
Ο ΣΕΦ κρούει τον κώδωνα του κινδύνου, επισημαίνοντας με κατηγορηματικό τρόπο πως, εάν διατηρηθούν οι σημερινοί, εξαιρετικά αργοί ρυθμοί ανάπτυξης, θα χρειαστούν περίπου 25 χρόνια για να επιτευχθεί ο κυβερνητικός στόχος των 250.000 συστημάτων. Η σύγκριση με την υπόλοιπη Ευρώπη είναι συντριπτική. Χώρες με παρόμοια δημογραφικά χαρακτηριστικά, αλλά σαφώς μικρότερη ηλιοφάνεια, όπως η Αυστρία, η Τσεχία, η Πορτογαλία, η Ιρλανδία, η Σουηδία, η Ελβετία και η Φινλανδία, καταγράφουν ήδη από 200.000 έως 500.000 εγκατεστημένα συστήματα σε σπίτια και επιχειρήσεις.
Ο γραφειοκρατικός εφιάλτης της πολυκατοικίας
Μία από τις βασικότερες παθογένειες που «φρενάρουν» την αγορά εντοπίζεται στα αστικά κέντρα, εκεί όπου κατοικεί η πλειονότητα του πληθυσμού. Το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο απαιτεί το απόλυτο 100% της συναίνεσης των συνιδιοκτητών μιας πολυκατοικίας για την εγκατάσταση ενός φωτοβολταϊκού συστήματος στο δώμα. Η απαίτηση αυτή, πρακτικά, καθιστά την επένδυση αδύνατη.
Το παράδοξο είναι πως για τη συλλογική αυτοκατανάλωση, ο νόμος απαιτεί πλειοψηφία μόλις 50%. Εντούτοις, λόγω εγγενών θεσμικών και λειτουργικών δυσλειτουργιών του συγκεκριμένου μοντέλου, μέχρι σήμερα δεν έχει υλοποιηθεί ούτε ένα τέτοιο έργο στην Ελλάδα. Η Κομισιόν έχει ήδη συστήσει στα κράτη-μέλη να καταργήσουν ή να περιορίσουν δραστικά την απαίτηση ομοφωνίας. Ο ΣΕΦ τονίζει πως μια απλή νομοθετική ρύθμιση για μείωση της απαιτούμενης συναίνεσης από το 100% στο 50% στις μεμονωμένες εγκαταστάσεις, θα άνοιγε τον δρόμο για χιλιάδες νέα συστήματα αυτοκατανάλωσης, δημιουργώντας εύλογα ερωτήματα για την έλλειψη πολιτικής βούλησης.
Ψηφιακό κενό και η καθυστέρηση του ενεργειακού διαμοιρασμού
Τα προβλήματα ωστόσο δεν σταματούν στις ταράτσες. Σε διοικητικό επίπεδο, η πολυσυζητημένη ψηφιακή πλατφόρμα (one-stop shop) που θεσμοθετήθηκε το 2022 με σκοπό την ταχεία αδειοδότηση και σύνδεση χωρίς τις σημερινές ατέρμονες καθυστερήσεις, αγνοείται. Η πλατφόρμα λειτούργησε πιλοτικά μόλις για τρεις μήνες το καλοκαίρι του 2025 και έκτοτε, το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας (ΥΠΕΝ) την έχει αφήσει στον «πάγο».
Παράλληλα, η χώρα μας παραβιάζει ευρωπαϊκές προθεσμίες, καθώς εξέπνευσε στα τέλη του περασμένου Ιουνίου η διορία για την ενσωμάτωση της ευρωπαϊκής οδηγίας για τον ενεργειακό διαμοιρασμό. Το συγκεκριμένο εργαλείο επιτρέπει σε πολίτες και επιχειρήσεις να διαθέτουν την πλεονάζουσα ενέργεια που παράγουν σε άλλους καταναλωτές (σε ακτίνα 2 χιλιομέτρων για οικιακούς και 5 χιλιομέτρων για επιχειρήσεις) με προσυμφωνημένη τιμή, χωρίς την παρεμβολή του Χρηματιστηρίου Ενέργειας. Η απουσία αυτού του εργαλείου στερεί από την αγορά τη δυνατότητα μιας δίκαιης και αποκεντρωμένης ενεργειακής μετάβασης.
Το νέο καθεστώς net billing και τα επενδυτικά αγκάθια
Προσπαθώντας να λύσει τον γόρδιο δεσμό, το ΥΠΕΝ έθεσε πρόσφατα σε δημόσια διαβούλευση τη νέα υπουργική απόφαση για το net billing (ταυτοχρονισμένος συμψηφισμός). Ο Στέλιος Ψωμάς, ενεργειακός σύμβουλος του ΣΕΦ, αναγνώρισε πως το νέο κείμενο κινείται σε θετική κατεύθυνση, αποτελώντας ουσιαστικά μια έμμεση παραδοχή της κυβέρνησης πως το προηγούμενο πλαίσιο ήταν δυσλειτουργικό, έχοντας «παγώσει» την αγορά για ενάμιση χρόνο.
Παρόλα αυτά, η νέα απόφαση αφήνει σοβαρές εκκρεμότητες. Δύο είναι οι βασικές ενστάσεις της αγοράς:
Πρώτον, ο αυστηρός περιορισμός που επιβάλλει στα συστήματα αποθήκευσης (μπαταρίες), τα οποία θα επιτρέπεται να φορτίζονται αποκλειστικά από τα φωτοβολταϊκά και όχι από το δίκτυο. Αυτό στερεί, ειδικά από τις επιχειρήσεις, το δικαίωμα να εκμεταλλευτούν τα δυναμικά τιμολόγια ρεύματος, φορτίζοντας τις μπαταρίες τους όταν οι τιμές του δικτύου είναι εξαιρετικά χαμηλές.
Δεύτερον, το εξαιρετικά προβληματικό πλαίσιο γύρω από τα λεγόμενα plug-in φωτοβολταϊκά μπαλκονιού, στα οποία η ελληνική προσέγγιση απέχει παρασάγγας από τις καλές ευρωπαϊκές πρακτικές.
Συμπερασματικά, η μετάβαση στην καθαρή ενέργεια μέσω της αυτοκατανάλωσης αποτελεί μονόδρομο για τη θωράκιση της οικονομίας. Όσο όμως το κράτος αδυνατεί να ξεπεράσει τον εαυτό του, αρνούμενο να εφαρμόσει τον ψηφιακό εκσυγχρονισμό, τον ενεργειακό διαμοιρασμό και την απλοποίηση των νομικών διαδικασιών, οι πολίτες θα παραμένουν εγκλωβισμένοι σε ένα ενεργειακό μοντέλο υψηλού κόστους, βλέποντας την Ευρώπη με… 25 χρόνια καθυστέρηση.
