Η ελληνική πολιτική σκηνή εισέρχεται με ταχείς ρυθμούς σε μια φάση ραγδαίων, σύνθετων και απολύτως απρόβλεπτων ανακατατάξεων. Τα θεμέλια της μέχρι πρότινος αδιαμφισβήτητης κυβερνητικής κυριαρχίας δείχνουν πλέον έντονα σημάδια κόπωσης και ρωγμών. Καθώς ο ορίζοντας των επόμενων εθνικών εκλογών αρχίζει να διαγράφεται στον πολιτικό ορίζοντα, ένα σενάριο που μέχρι πρόσφατα αποτελούσε το απόλυτο «ταμπού» στις κλειστές συσκέψεις της κεντροδεξιάς παράταξης, πλέον συζητείται ανοιχτά, ενίοτε και δημόσια: η συγκρότηση μιας μελλοντικής κυβέρνησης συνεργασίας με κορμό τη Νέα Δημοκρατία, αλλά χωρίς τον Κυριάκο Μητσοτάκη στη θέση του πρωθυπουργού.
Η ενδελεχής ανάλυση των πρόσφατων πολιτικών εξελίξεων και το βαθύ ρεπορτάζ των ημερών καταδεικνύουν ξεκάθαρα ότι η προοπτική αυτή δεν αποτελεί απλώς ένα αβάσιμο θεωρητικό κατασκεύασμα των πολιτικών σχολιαστών, αλλά μια υπαρκτή δυναμική που έχει σημάνει γενικό συναγερμό στο Μέγαρο Μαξίμου. Οι αρνητικές τάσεις στις δημοσκοπήσεις, η φυσιολογική αλλά ραγδαία φθορά της πολυετούς κυβερνητικής θητείας λόγω της ακρίβειας, οι εντεινόμενες εσωκομματικές έριδες και η κινητικότητα των ισχυρών πολιτικών αντιπάλων συνθέτουν ένα εκρηκτικό μείγμα. Ένα μείγμα που απειλεί ευθέως τη διαχρονική αφήγηση της «απόλυτης αυτοδυναμίας», την οποία διακινεί συστηματικά το στενό πρωθυπουργικό επιτελείο.
Ο καταλύτης των εξελίξεων, η δημόσια παρέμβαση του Γιώργου Βλάχου
Η θρυαλλίδα που άναψε τη φωτιά αυτής της εξαιρετικά άβολης για το Μαξίμου συζήτησης δεν προήλθε από τα έδρανα κάποιου κόμματος της αντιπολίτευσης, αλλά από τα σπλάχνα της ίδιας της κυβερνητικής παράταξης. Ο έμπειρος βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας, Γιώργος Βλάχος, με μια ιδιαιτέρως ηχηρή ραδιοφωνική του παρέμβαση, τόλμησε να διατυπώσει ενώπιον όλων αυτό που πάρα πολλά γαλάζια στελέχη ψιθυρίζουν εδώ και μήνες στους διαδρόμους της Βουλής.
Αφήνοντας ορθάνοιχτο το «παράθυρο» για μετεκλογικές κυβερνητικές συνεργασίες, και ερωτηθείς ειδικότερα για το κυοφορούμενο νέο κόμμα του πρώην πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά, ο κ. Βλάχος υπογράμμισε με νόημα: «Αυτό που θα επιλέξει ο ελληνικός λαός την Κυριακή των εκλογών δείχνει τις κινήσεις της επόμενης μέρας. Όλα μπαίνουν στο τραπέζι και όλα αποκλείονται. Είναι συνάρτηση του τι αποτελέσματα θα έχουμε».
Η φράση αυτή, όσο ψύχραιμη και ρεαλιστική κι αν ακούγεται θεσμικά, στην πολιτική πράξη ακυρώνει ολοκληρωτικά τη βασική στρατηγική γραμμή του Κυριάκου Μητσοτάκη. Το γεγονός ότι το Μέγαρο Μαξίμου απέφυγε επιμελώς να προχωρήσει σε πειθαρχικά μέτρα εναντίον του βουλευτή, αποδεικνύει περίτρανα τον φόβο της ηγετικής ομάδας να πυροδοτήσει μια ανεξέλεγκτη εσωκομματική κρίση που θα απειλούσε άμεσα τη συνοχή της Κοινοβουλευτικής Ομάδας. Η δήλωση του Γ. Βλάχου εκφράζει δύο αντίρροπες δυνάμεις στο εσωτερικό του κόμματος: εκείνους που συζητούν το σενάριο προκειμένου να το αποτρέψουν, και εκείνους που επιθυμούν διακαώς να το επιταχύνουν.
Γιατί το σενάριο αυτό αποτελεί απόλυτο εφιάλτη για το Μέγαρο Μαξίμου
Ο λόγος που η ιδέα μιας κυβέρνησης συνεργασίας υπό άλλον πρωθυπουργό προκαλεί βαθύ τρόμο στο κυβερνητικό επιτελείο είναι κυνικά προφανής: σηματοδοτεί αναμφισβήτητα την αρχή του πολιτικού τέλους του σημερινού πρωθυπουργού. Σύμφωνα με αναλύσεις έμπειρων πολιτικών συντακτών, εάν η Νέα Δημοκρατία αναδειχθεί πρώτο κόμμα αλλά αδυνατεί να σχηματίσει αυτοδύναμη κυβέρνηση, ίσως χρειαστεί να παραδώσει την πρωθυπουργία σε κάποιο άλλο πρόσωπο κοινής αποδοχής προκειμένου να εξασφαλίσει τους απαραίτητους κοινοβουλευτικούς συμμάχους.
Αν συμβεί αυτό, με το «καλημέρα» της νέας διακυβέρνησης θα ενεργοποιηθούν όλα τα αντανακλαστικά των εσωκομματικών «δελφίνων». Τίθεται το απολύτως κρίσιμο ερώτημα εάν ο κ. Μητσοτάκης θα μπορούσε να παραμείνει στην ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας αποδεχόμενος έναν υποβαθμισμένο ρόλο. Τυπικά και καταστατικά, η απάντηση είναι θετική. Θα μπορούσε να παραμείνει, εκτός κι αν αμφισβητηθεί ευθέως. Ωστόσο, πολιτικά, η θέση του θα ήταν μη βιώσιμη. Ουδείς αρχηγός στην Ελλάδα επιβίωσε μακροπρόθεσμα κερδίζοντας τις εκλογές αλλά χάνοντας το Μέγαρο Μαξίμου. Οι επιλογές του θα ήταν είτε να προσφύγει σε έκτακτο Συνέδριο για να μετρήσει εκ νέου τις δυνάμεις του απέναντι στους σφοδρούς αμφισβητίες του, είτε να υποβάλει γρήγορα την παραίτησή του, ανοίγοντας τον δρόμο στην Κοινοβουλευτική Ομάδα να εκλέξει νέο πρόεδρο.
Η στρατηγική «απειλή» του Αντώνη Σαμαρά και το δεξιό βέτο
Το μεγάλο «κλειδί» των μελλοντικών εξελίξεων, ωστόσο, βρίσκεται στην έντονη κινητικότητα στα δεξιά της Νέας Δημοκρατίας, και πιο συγκεκριμένα στον ενισχυμένο ρόλο του Αντώνη Σαμαρά. Η απόφασή του να λειτουργήσει ως σκληρός ιδεολογικός πόλος, με τις φήμες για ίδρυση νέου κόμματος να φουντώνουν, δημιουργεί τελείως νέα, δυσμενή δεδομένα στον συντηρητικό χώρο για τη σημερινή κυβέρνηση.
Ο Μεσσήνιος πολιτικός φιλοδοξεί ξεκάθαρα να καταστεί ο απόλυτος ρυθμιστής του πολιτικού συστήματος. Εφόσον οι κάλπες δεν δώσουν αυτοδυναμία στη Νέα Δημοκρατία, ο Αντώνης Σαμαράς είναι πάρα πολύ πιθανό να θέσει ως αυστηρή, αδιαπραγμάτευτη προϋπόθεση για τη στήριξη ή τη συμμετοχή του σε μια κεντροδεξιά κυβέρνηση τη μη συμμετοχή του Κυριάκου Μητσοτάκη στη θέση του πρωθυπουργού. Υπενθυμίζεται, άλλωστε, πως ο ίδιος ο κ. Σαμαράς είχε ηγηθεί μιας επιτυχημένης κυβέρνησης συνεργασίας στο παρελθόν, γεγονός που του προσδίδει το ιστορικό ειδικό βάρος να θέτει τους δικούς του όρους στο τραπέζι.
Ο απρόβλεπτος παράγοντας Αλέξης Τσίπρας και ο κίνδυνος της δεύτερης κάλπης
Το ήδη εξαιρετικά περίπλοκο πολιτικό παζλ περιπλέκεται δραματικά από τις υπόγειες διεργασίες που συντελούνται στον ευρύτερο χώρο της κεντροαριστεράς. Στο προσκήνιο επανέρχεται έντονα η προοπτική μιας δυναμικής εκλογικής επανεμφάνισης υπό τον Αλέξη Τσίπρα (με αναφορές στη δημιουργία του σχήματος ΕΛ.Α.Σ.). Σύμφωνα με έγκυρες πληροφορίες της αγοράς και αναλύσεις δημοσκόπων, εάν ο νέος φορέας του κ. Τσίπρα καταφέρει να λάβει ποσοστό άνω του 20% στις εκλογές, ολόκληρος ο πολιτικός χάρτης της χώρας ανατρέπεται εκ βάθρων.
Η κυβερνητική τακτική της απειλής πολλαπλών εκλογικών αναμετρήσεων, μια άποψη που έχουν εκφράσει συχνά κορυφαίοι υπουργοί όπως ο Άδωνις Γεωργιάδης, καθίσταται πλέον ένα εξαιρετικά επικίνδυνο, «δίκοπο μαχαίρι». Ενώ στο παρελθόν η κυβέρνηση μπορούσε να εργαλειοποιήσει το αφήγημα της ακυβερνησίας για να εκβιάσει την αυτοδυναμία σε δεύτερες κάλπες, μια ταυτόχρονα ισχυρή κεντροαριστερά και μια ρυθμιστική δεξιά απόληξη, μπορεί να μετατρέψουν τις δεύτερες εκλογές σε καταστροφικό μπούμερανγκ για τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Σε ένα τέτοιο τοπίο, ο νυν πρωθυπουργός κινδυνεύει να μετατραπεί, από απόλυτος εγγυητής της σταθερότητας, στον κύριο παράγοντα αστάθειας του συστήματος.
Η χώρα απέναντι στο αδυσώπητο θεσμικό αδιέξοδο
Η πραγματικότητα είναι αδυσώπητη και οι αγορές την παρακολουθούν στενά. Η Ελλάδα, αντιμέτωπη με οξύτατα κοινωνικά προβλήματα, όπως η εκρηκτική ακρίβεια, το υψηλό κόστος στέγασης και η απώλεια της αγοραστικής δύναμης σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη, δεν διαθέτει την παραμικρή πολυτέλεια μιας παρατεταμένης ακυβερνησίας. Ταυτόχρονα, τα ασφυκτικά ευρωπαϊκά χρονοδιαγράμματα για την απορρόφηση των κονδυλίων του Ταμείου Ανάκαμψης επιβάλλουν την ύπαρξη λειτουργικής και σταθερής κυβέρνησης, ανεξαρτήτως του ποιος θα βρίσκεται στο τιμόνι.
Κανένα υπεύθυνο πολιτικό κόμμα δεν πρόκειται να συναινέσει σε τρίτες συνεχόμενες εκλογικές αναμετρήσεις με μοναδικό αυτοσκοπό τη διάσωση της πρωθυπουργικής καρέκλας ενός συγκεκριμένου προσώπου. Συνεπώς, το σενάριο της κυβέρνησης συνεργασίας υπό ένα νέο, ίσως τεχνοκρατικό ή μετριοπαθές κομματικό πρόσωπο, προβάλλει ως η πλέον αξιόπιστη θεσμική διέξοδος για την απεμπλοκή της χώρας. Το πολιτικό ρολόι έχει ήδη αρχίσει να μετράει αντίστροφα, και το Μέγαρο Μαξίμου καλείται να διαχειριστεί την πιο σοβαρή υπαρξιακή του κρίση.
