Η ελληνική οικονομία επιδεικνύει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα απέναντι στις διεθνείς αναταράξεις, με τους κορυφαίους οίκους αξιολόγησης και τους διεθνείς οργανισμούς να «σφραγίζουν» την επενδυτική της βαθμίδα στις εκθέσεις τους για τον Μάρτιο του 2026. Παρά την ενεργειακή κρίση και τις γεωπολιτικές εντάσεις στη Μέση Ανατολή, το μήνυμα των Moody’s, DBRS, Scope και ΔΝΤ είναι σαφές: η πορεία μείωσης του χρέους παραμένει σταθερή και η ανάπτυξη συνεχίζεται με κινητήριο μοχλό τις ιδιωτικές επενδύσεις.
Η εντυπωσιακή συρρίκνωση του χρέους
Η ταχύτητα με την οποία η Ελλάδα μειώνει το δημόσιο χρέος της αποτελεί το βασικό επιχείρημα για την εμπιστοσύνη των αγορών. Από το ιστορικό υψηλό του 210% του ΑΕΠ το 2020, το χρέος υποχώρησε στο 145% το 2025, ενώ οι προβλέψεις είναι ακόμη πιο ενθαρρυντικές για το μέλλον. Ο οίκος Scope εκτιμά ότι θα αγγίξει το 127% το 2030, ενώ το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο βλέπει περαιτέρω αποκλιμάκωση στο 110% έως το 2031. Η εξέλιξη αυτή αποδίδεται σταθερά στα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, την ανάπτυξη που ξεπερνά το 2% και την πρόωρη αποπληρωμή των δανείων του πρώτου μνημονίου.
Πρωτογενή πλεονάσματα και φοροδιαφυγή
Η δημοσιονομική πειθαρχία αναδεικνύεται σε κεντρικό πυλώνα της ελληνικής στρατηγικής. Τα πλεονάσματα του 4,7% το 2024 και του 4,4% το 2025 ξεπέρασαν κάθε προσδοκία, ως αποτέλεσμα του αυστηρού ελέγχου των δαπανών αλλά και της σημαντικής προόδου στην καταπολέμηση της φοροδιαφυγής. Οι αναλυτές εκτιμούν ότι η τάση αυτή θα συνεχιστεί, με τον Moody’s να προβλέπει πλεονάσματα άνω του 3% για τη διετία 2026-2027, επιτρέποντας στην κυβέρνηση να στηρίζει την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών χωρίς να διακυβεύεται η ευστάθεια της οικονομίας.
Επενδύσεις ως μοχλός ανάπτυξης
Η σύνθεση του ελληνικού ΑΕΠ αλλάζει ποιοτικά, με τις ιδιωτικές επενδύσεις να αποτελούν πλέον τον κύριο κινητήρα της ανάκαμψης. Αν και αναμένεται μια φυσιολογική επιβράδυνση των ρυθμών ανάπτυξης γύρω στο 2027-2028, καθώς θα ολοκληρώνονται τα προγράμματα του Ταμείου Ανάπτυξης, οι οίκοι θεωρούν ότι ο ρυθμός θα παραμείνει θετικός (περίπου 1,5% – 1,8% μεσοπρόθεσμα). Αυτό το επίπεδο ανάπτυξης κρίνεται επαρκές για να διατηρήσει το χρέος σε πτωτική τροχιά, ακόμη και αν υπάρξουν εξωτερικά «σοκ».
Οι προκλήσεις και ο δρόμος για το μέλλον
Παρά την αισιοδοξία, οι διεθνείς οργανισμοί επισημαίνουν ότι υπάρχουν ακόμη διαρθρωτικά «αγκάθια» που απαιτούν χρόνο και προσπάθεια. Η γήρανση του πληθυσμού, το σχετικά χαμηλό ποσοστό απασχόλησης και η ανάγκη για περαιτέρω αύξηση της παραγωγικότητας παραμένουν στο μικροσκόπιο. Οι συστάσεις του ΔΝΤ εστιάζουν στην επιτάχυνση του ψηφιακού μετασχηματισμού των επιχειρήσεων, τη μείωση της γραφειοκρατίας και την ενίσχυση των προγραμμάτων δια βίου μάθησης, ώστε η ελληνική οικονομία να αποκτήσει ακόμη πιο στέρεες βάσεις για τις επόμενες δεκαετίες.
