Σήμερα κάνουν πρεμιέρα νέες κινηματογραφικές προτάσεις στις αίθουσες της Αθήνας, προσφέροντας μια ποικιλία από ταινίες που καλύπτουν όλα τα γούστα. Από συναρπαστικά θρίλερ και δραματικές αφηγήσεις μέχρι κωμωδίες και οικογενειακές περιπέτειες, η νέα εβδομάδα στο σινεμά υπόσχεται να ικανοποιήσει τους λάτρεις του καλού κινηματογράφου. Αυτή την εβδομάδα, οι κινηματογραφικές αίθουσες γεμίζουν με ένταση και συναρπαστικές ιστορίες, καθώς δύο μεγάλες προσωπικότητες του σινεμά, ο Μάικλ Φασμπέντερ και η Κέιτ Γουίνσλετ, έρχονται αντιμέτωποι σε μια νέα συνεργασία που υπόσχεται να καθηλώσει το κοινό. Παράλληλα, ο Μάικ Λι επιστρέφει με την ξεχωριστή σκηνοθετική του ματιά, ενώ ο μαφιόζικος κόσμος του Τόνι Σερβίλο αναδεικνύεται σε μια από τις πιο δυνατές κινηματογραφικές προτάσεις της εβδομάδας. Αν σας αρέσουν οι σφιχτές ερμηνείες, η ατμόσφαιρα γεμάτη ένταση και οι συγκλονιστικές ιστορίες, μην χάσετε τα επερχόμενα φιλμ που καταφθάνουν στις μαρκίζες των κινηματογράφων.
Αναλυτικά οι ταινίες:
Σκιές στο Σκοτάδι
Αυτή την εβδομάδα, οι κινηματογραφικές αίθουσες υποδέχονται μία νέα κατασκοπική περιπέτεια από τον σπουδαίο Στίβεν Σόντερμπεργκ, έναν από τους πιο σημαντικούς και πολυσχιδείς δημιουργούς της γενιάς του. Ο Σόντερμπεργκ συνεργάζεται με δύο από τους πιο ταλαντούχους ηθοποιούς της τελευταίας δεκαετίας, προσφέροντας μια ατμοσφαιρική και γεμάτη ένταση ιστορία κατασκοπίας. Κέιτ Μπλάνσετ και Μάικλ Φασμπέντερ, οι οποίοι στη νέα παραγωγή του Αμερικανού, τη δεύτερη για φέτος μετά το horror “Presence”, ενσαρκώνουν ένα παντρεμένο ζευγάρι κατασκόπων.
Πικρές Αλήθειες
Ο πολυβραβευμένος σκηνοθέτης Μάικ Λι επανενώνεται με την πρωταγωνίστρια της μεγάλης επιτυχίας του “Μυστικά και Ψέματα”, τη βραβευμένη με BAFTA ηθοποιό Μαριάν Ζαν-Μπατίστ, για ένα υποβλητικό οικογενειακό δράμα με φόντο το μοντέρνο Λονδίνο. Δραματική κομεντί, βρετανικής και ισπανικής παραγωγής του 2024. Το κύκνειο άσμα του σημαντικού Βρετανού σκηνοθέτη Μάικ Λι, όπως ανακοίνωσε ο ίδιος, μπορεί να μην φτάνει στα επίπεδα των μεγάλων του δημιουργιών, αφήνοντας έξω από το θέμα του τους γνωστούς του πολιτικούς προβληματισμούς για τις κοινωνικές αδικίες και το αποτροπιαστικό πρόσωπο της κυρίαρχης αγγλικής ελίτ, για να καταπιαστεί με ένα βαθύ ανθρώπινο δράμα, που αγγίζει όλο και περισσότερο την εποχή μας. Την κλινική κατάθλιψη, μια ψυχολογική διαταραχή που επηρεάζει σαρωτικά όλο και περισσότερο τον δυτικό κόσμο.
Ο 82χρονος πλέον Μαικ Λι, ο ανατόμος της βρετανικής ψυχής, με το πλούσιο βιογραφικό και πάμπολλες αξέχαστες και επιδραστικές δημιουργίες («Γυμνός», «Μια Χρονιά Ακόμη», «Ο Κύριος Τέρνερ», «Peterloo»), έχοντας δίπλα του, για τελευταία φορά, τον σπουδαίο διευθυντή φωτογραφίας και μόνιμο συνεργάτη του Ντικ Πόουπ (απεβίωσε πέρσι), αλλά και τη θαυμάσια ηθοποιό Μαριάν Ζαν Μπατίστ, με την οποία είχε ξανασυνεργαστεί στο έξοχο «Μυστικά και Ψέματα», θα αφηγηθεί μια οικεία ιστορία, ρεαλιστικά και δίχως ιδιαίτερες δραματικές υπερβολές, απαντώντας τελικά και σε σκληρές αλήθειες.
Η Πάνσι είναι μια νοικοκυρά που δεν είναι ευχαριστημένη με τίποτα. Είναι αγοραφοβική, υποχόνδρια και παρανοϊκή με τα πάντα και έτοιμη για καυγά με όλους. Με τον υδραυλικό, υποτονικό και υπάκουο σύζυγό της, Κάρτλεϊ, τον άνεργο γιο της, Μόουζις, που φαίνεται να έχει επηρεαστεί περισσότερο απ’ όλους με το πρόβλημα της μητέρας του και ειδικότερα με την αδελφή της, Σαντέλ, την ευνοούμενη της νεκρής πλέον μητέρας τους. Παρά την αρχική αντίσταση της Πάνσι, στη Γιορτή της Μητέρας επισκέπτεται με την Σαντέλ τον τάφο της μητέρας τους. Επιστρέφοντας, θα κληθεί να αντιμετωπίσει την οδυνηρή για εκείνη επαφή με τις δύο κόρες της αδερφής της, τον άντρα και τον γιο της, αρνούμενη όμως να δει το σοβαρό πρόβλημα της κατάθλιψής της. Ο Μάικ Λι, αποφεύγοντας να βαρύνει περισσότερο το σκληρό θέμα του, με την κατάθλιψη μιας μεσόκοπης γυναίκας, θα εστιάσει στον χαρακτήρα της Πάνσι και θα προβάλει, επιστρατεύοντας και το διακριτικό του χιούμορ, τις συνέπειες που έχει η νόσος σε αυτήν και την οικογένειά της. Ένα ζήτημα που πολλοί συνάνθρωποί μας υποτιμούν και πέφτουν στην παγίδα της αγάπης και προσωπικής φροντίδας, χωρίς τη συνδρομή των ειδικευμένων γιατρών.
Όμως, η ταινία μιλά και για τις σκληρές αλήθειες, πάνω σε αυτό το όλο και μεγαλύτερο πρόβλημα υγείας, που στη συγκεκριμένη περίπτωση πηγάζει από την απώλεια της μητέρας και τον σύγχρονο δυτικό τρόπο ζωής: Τον φόβο να της μιλήσει κάποιος για το μέγεθος της νόσου και την ανάγκη ιατρικής φροντίδας και κυρίως για την άρνηση της παθούσας να δεχθεί οποιαδήποτε βοήθεια. Ο Λι προσεγγίζει την ιστορία του με σεβασμό και ανθρωπιά στα βάσανα που προκαλεί η βαριά κατάθλιψη, μετατρέπει την απλή καθημερινότητα της ηρωίδας σε μία απειλή για όλους όσοι βρίσκονται δίπλα της, ενώ ταυτόχρονα φροντίζει με συνέπεια να δώσει σάρκα και οστά σε όλους τους χαρακτήρες της ταινίας. Το φιλμ, όμως εμφανίζει και μια σημαντική αδυναμία, καθώς η αφήγηση στηρίζεται πολύ περισσότερο, στα κινηματογραφικά ημιτόνια και τις ψυχολογικές αποχρώσεις των χαρακτήρων, κρατώντας τους παλμούς του θεατή σχεδόν σε καταστολή, καθώς πρέπει να περιμένει το τελευταίο πλάνο για να τρομάξει με την πανούργα νόσο και μαζί να νιώσει ακόμη μεγαλύτερη θλίψη, να δακρύσει με το αδιέξοδο που έχει οδηγηθεί η Πάνσι. Ο Λι καταφέρνει να πάρει ό,τι καλύτερο από τους ηθοποιούς του, που με τις έξοχες ερμηνείες τους στηρίζουν την Μαριάν Ζαν Μπατίστ, να επαναλάβει ένας συνταρακτικό ρόλο, γεμάτο ηλεκτρισμό και απόγνωση, ανθρωπιά και ευαισθησία, λαμβάνοντας και μία υποψηφιότητα για το Bafta.
Γράμματα από τη Σικελία
Στη Σικελία του 2000, ύστερα από πολλά χρόνια φυλάκισης για εγκλήματα που σχετίζονται με τη μαφία, ο πολύπειρος πολιτικός Κατέλο δεν έχει πια τίποτα. Τότε, τον προσεγγίζει η Ιταλική Μυστική Υπηρεσία πείθοντάς τον να τους βοηθήσει στη σύλληψη του τελευταίου μεγάλου αφεντικού του οργανωμένου εγκλήματος που βρίσκεται σε φυγή. Αστυνομικό δράμα, ιταλικής παραγωγής 2024, σε σκηνοθεσία Φάμπιο Γκρασαντόνια και Αντόνιο Πιάτσα, με τους Τόνι Σερβίλο, Έλιο Τζερμάνο, Ντανιέλα Μάρα, Μπάρμπαρα Μπομπούλοβα, Αντονία Τρούπο, Τζουζέπε Ταντίλο, Μπέτι Πεντράτσι κα. Η συνύπαρξη για πρώτη φορά των δυο κορυφαίων Ιταλών ηθοποιών της γενιάς τους, των Τόνι Σερβίλο και Έλιο Τζερμάνο, αρκεί από μόνη της να τραβήξει το βλέμμα και το ενδιαφέρον των σινεφίλ, σε αυτό το αστυνομικό δράμα, ενίοτε διανθισμένο με σκοτεινό λεπτό χιούμορ, για την ιταλική μαφία, που υπογράφει το σκηνοθετικό δίδυμο των Φάμπιο Γκρασαντόνια και Αντόνιο Πιάτσα, έπειτα από ακόμη δυο ταινίες για το εγκληματικό συνδικάτο της Σικελίας («Salvo», «Τα Μυστήρια της Σικελίας»). Η ταινία, που προβλήθηκε στο φεστιβάλ της Βενετίας και κέρδισε το βραβείο καλύτερης ταινίας και καλύτερου σάουντρακ, αντλεί την έμπνευσή της για το σενάριό από το βιβλίο «Lettere a Svetonio» του Σαλβαρότε Μούνιο, που αφορούσε τον αληθινό περιβόητο μαφιόζο Ματέο Μεσίνα Ντενάρο, αλλά χωρίς να είναι η βιογραφία του.
Μετά από αρκετά χρόνια φυλάκισης, για εγκλήματα που σχετίζονται με τη μαφία, ο Κατέλο, ένας επί χρόνια δήμαρχος και δάσκαλος στη μικρή του πόλη, έχει χάσει τα πάντα, επιστρέφοντας στο σπίτι του και στη γυναίκα του, που ζει μέσα στη μιζέρια και τον έχει απαξιώσει. Όταν η ιταλική μυστική υπηρεσία τον πλησιάζει, τον απειλεί και τον πείθει να βοηθήσει στη σύλληψη του Ματέο, του τελευταίου αφεντικού της μαφίας, που διαφεύγει τη σύλληψης, ο Κατέλο βρίσκει την ευκαιρία για να επιστρέψει στη ζωή και να αποκαταστήσει το όνομά του. Ο Κατέλο, που γνωρίζει από παιδί τον Ματέο, καθώς υπήρξε στενός φίλος του πατέρα του, σκληρού μαφιόζου της Σικελίας, θα προσπαθήσει να τον πείσει να συναντηθούν, μέσα από σύντομα γράμματα που του στέλνει στην κοιλιά ψαριών. Η ταινία, που ξεκινά εντυπωσιακά κυρίως λόγω της γελοίας εμφάνισης του Σερβίλο – Κατέλο και της συνάντησής του, έπειτα από χρόνια, με τη γυναίκα του, δεν έχει την ανάλογη συνέχεια. Η συνάντηση του ηλικιωμένου ζεύγους, όμως, είναι πραγματικά μία σκηνή εκπληκτική, λόγω της ερμηνείας της βετεράνου ηθοποιού Μπέτι Πεντράτσι, η οποία αφοπλιστικά και με μία μοναδικά πρωτόγνωρη φυσικότητα θα θυμίσει σε όλους έναν οικείο χαρακτήρα, που βγαίνει από τη διπλανή πόρτα. Μία θεία, μια γιαγιά, μια γειτόνισσα, μια βασανισμένη γυναίκα, που έχει κουραστεί με τα μεγαλεπήβολα όνειρα, τις φαντασιώσεις και τον εγωκεντρισμό του άντρα της.
Τα προβλήματα με την ταινία των Γκρασαντόνια -Πιάτσα ξεκινούν όταν ο Κατέλο μπαίνει σε μία συνομιλία εξ αποστάσεως με τον μαφιόζο, μέσω πληθώρας επιστολών, που αποσκοπούν στη συνάντηση μεταξύ τους, κάτι που έχει ζητήσει η μυστική υπηρεσία, μέσω μίας αστυνομικού ακραία αντιπαθητικής, στα όρια της τοξικότητας – ακόμη ένα αδύνατο σημείο της ταινίας. Έτσι, η ταινία, που χωρίζεται σε δυο παράλληλες ιστορίες, από τη μια, την πεποίθηση του Κατέλο ότι μπορεί να γυρίσει τροπαιούχος στην τοπική κοινωνία, καταφέρνοντας να ξετρυπώσει τον μαφιόζο και απ’ την άλλη, με την ιστορία του Ματέο, που βρίσκεται εγκλωβισμένος σε ένα κρησφύγετο, στο σπίτι μιας γυναίκας, που έχει υποχρεωθεί να τον κρύψει, μοιάζει πολλές φορές αποσπασματική έως και υποτονική. Βασισμένη στην ιστορία των γραμμάτων, η ταινία είναι περισσότερο διαλογική και ορισμένες φορές φλύαρη, χωρίς δραματική ένταση ή κάποια στοιχειώδη δράση, παρά την ανθρωπιά της και έναν ικανοποιητικό ρεαλισμό ή τις χιουμοριστικές εκλάμψεις, που ξεφεύγουν από τα όρια, καθώς ο Σερβίλο βρίσκει έδαφος για να λοιδορήσει τον χαρακτήρα του. Εν ολίγοις, ένα φιλμ που αποτυπώνει ως έναν βαθμό την κουλτούρα της σικελικής μαφίας, έχει το δικό της ενδιαφέρον, κωμικές στιγμές, ικανοποιητικές ερμηνείες, αλλά και αρκετές αδυναμίες στη συνοχή της, στον ρυθμό και στην έντασή της, που διαθέτει, όμως, όπως προείπαμε και μία από τις απολαυστικότερες σκηνές, εκείνης της συνάντησης Σερβίλο-Πεντράτσι και αυτή τη φορά όχι λόγω του διάσημου ηθοποιού…
Άγριες Πληγές
Ο Τζία Ζανγκέ ακτινογραφεί τη σύγχρονη Κίνα. Στις αρχές του 21ου αιώνα, μια γυναίκα βλέπει τον σύντροφό της με τον οποίο είναι ερωτευμένη, μια μέρα να την εγκαταλείπει παντελώς ανεξήγητα. Τότε, η απόπειρά της να τον εντοπίσει μετατρέπεται σε συναισθηματική ανασκόπηση των κοινωνικών ανακατατάξεων της Κίνας των τελευταίων δύο δεκαετιών.
Σάουντρακ για ένα Πραξικόπημα
Υποψήφιο για Όσκαρ ντοκιμαντέρ του Γιόχαν Γκριμονπρές, βραβευμένο με το βραβείο Κοινού στο 26ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης. Το 1960, η εκπομπή Jazz Hour μεταδίδει Λούι Άρμστρονγκ και Ντίζι Γκιλέσμπι πίσω από το Σιδηρούν Παραπέτασμα, ενώ τα κινήματα αποαποικιοποίησης μεσουρανούν στην Αφρική και ο αντιρατσιστικός αγώνας συνεχίζεται στις ΗΠΑ. Εκθαμβωτικό, συναρπαστικό, αριστοτεχνικά δομημένο ντοκιμαντέρ από τον σκηνοθέτη και multimedia artist Γιόχαν Γκριμονπρές και συνάμα ένα αφοπλιστικό κατηγορώ για τα φαντάσματα της αποικιοκρατίας που ακόμη αρνούνται να περάσουν στο περιθώριο της ιστορίας, να κρυφτούν τουλάχιστον στις ντουλάπες μαζί με τα εγκλήματα του ιμπεριαλισμού. Ένα συναρπαστικό ταξίδι, γεμάτο ιδέες και χρήσιμες πληροφορίες, για τις γεωπολιτικές μηχανορραφίες των δεκαετιών 50 και 60, ένα εκρηκτικό κοκτέιλ ψυχροπολεμικής ίντριγκας και αποικιοκρατικών πρακτικών, με φόντο το Κονγκό και τη δολοφονία του πρώτου δημοκρατικά εκλεγμένου προέδρου του, του περίφημου Πατρίς Λουμούμπα. Το φιλμ, καταγράφει, μέσα από σπάνιο αρχειακό υλικό και ενδελεχή έρευνα την προσπάθεια των ΗΠΑ να ασκήσουν επιρροή στην αφρικανική χώρα, μεταξύ άλλων και μέσω απεσταλμένων φημισμένων μουσικών της τζαζ, όπως η Νίνα Σιμόν, Ντιουκ Έλινγκτον και Λούις Άρμστρονγκ, που βρέθηκαν στην καρδιά της μαύρης και αιματοβαμμένης ηπείρου για να παίξουν μουσική και εν αγνοία τους λειτούργησαν παραπλανητικά στις σκοτεινές επιδιώξεις της CIA.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα των ΗΠΑ και των γνώριμων υπηρεσιών τους να αυξάνουν την επιρροή τους όχι μόνο μέσα από πολιτικές ή εκβιασμούς ή και τα όπλα, αλλά με οτιδήποτε μοιάζει φαινομενικά αθώο. Από τη μουσική – στη συγκεκριμένη περίπτωση την τζαζ – και τον κινηματογράφο και γενικότερα την εικόνα, μέχρι καταναλωτικές συνήθειες ή ακόμη και τη μόδα ή τα «ανθρώπινα δικαιώματα». Μία πολιτική που πλέον αποτελεί κλισέ, για τον έλεγχο των χωρών και τη χειραγώγηση των λαών τους, τον επεκτατισμό και τον έλεγχο της εξουσίας σε χώρες που θεωρούν ότι έχουν συμφέροντα, αποτελούν ζωτικό τους χώρο. Το φιλμ καταγράφει τα αιματηρά αποτυπώματα της αποικιοκρατίας στην Αφρική, το ψυχροπολεμικό κλίμα της εποχής, την «περίεργη» δολοφονία του Λουμούμπα το 1961, τον Νικίτα Κρουτσόφ και τη χρησιμοποίηση της τζαζ και των μεγάλων ερμηνευτών της, που εν αγνοία τους έπαιξαν το παιχνίδι της CIA. Προσεγγίζει την απίστευτη Αντρέ Μπλουίν – σύμβουλο και συγγραφέα των ομιλιών του Λουμούμπα – μία ακτιβίστρια με αξιοσημείωτη προσφορά, ενώ προβάλλονται αποσπάσματα από διαφημίσεις, αναδεικνύοντας την προσφορά της γης του Κονγκό στην επιτυχία προϊόντων, που παράγουν πολυεθνικές εταιρείες. Ένα ντοκιμαντέρ, που εξαντλεί την έρευνα, αλλά ποτέ δεν μένει στεγνά σε αυτή και δεν ξεπέφτει στον διδακτισμό, ένα αξιοθαύμαστο έργο από τον Γκριμονπρές, ο οποίος θεωρεί ότι η χώρα του, το Βέλγιο, είναι υπεύθυνη για τον επαίσχυντο ρόλο της σε αυτή τη θλιβερή ιστορία, μία απ’ τις πολλές που σημειώθηκαν σε όλο τον κόσμο με τη σιωπηλή ένοχη συμφωνία της πλειονότητας που ακολουθεί τις κυρίαρχες πολιτικές των υπερδυνάμεων. Ένα φιλμ εντυπωσιακά ευρηματικό και ελεύθερο στη φόρμα του, που πάλλεται από μουσική, θα κερδίσει τον θεατή από την κινηματογραφική του ενέργεια και θα του ανοίξει τα μάτια, για όσα αποτρόπαια συνέβησαν και συμβαίνουν ακόμη και σήμερα σε αρκετές γωνιές της γης.
Γυναίκες Μαχήτριες Μέρος Β’: 1944-1960
Ντοκιμαντέρ για τις αγωνίστριες αντάρτισσες από τον Λεωνίδα Βαρδαρό. Εθνική απελευθέρωση, επέμβαση των Άγγλων, Δεκεμβριανά, Εμφύλιος. Οι οργανώσεις της αριστεράς –ΚΚΕ, ΕΑΜ, ΕΠΟΝ– έχουν απαγορευτεί.
Super Wings: Η Ταινία
Περιπέτεια κινουμένων σχεδίων βασισμένη στην ομώνυμη τηλεοπτική σειρά. Κεντρικός ήρωας είναι ο Τζετ, το ταχύτερο αεροπλάνο του κόσμου το οποίο, όμως, νιώθει πως υστερεί από τους υπόλοιπους Super Wings. Ωστόσο, θα κληθεί να αποδείξει τις δυνατότητές του όταν προκύπτει μια αγωνιώδης συνθήκη.
Γιάννης Θεοδωράκης: Ναι… Μπορούμε και Πάλι να Ελπίζουμε
Κινηματογραφικό πορτρέτο του “άγνωστου” αδερφού του Μίκη. Ο Στέλιος και ο Αντώνης Διαμαντής, βασικοί συντελεστές του ντοκιμαντέρ, επιχειρούν να σκιαγραφήσουν τον δημοσιογράφο, ποιητή, λογοτέχνη και αυθεντικό αγωνιστή της Δημοκρατίας μέσα από έρευνα, συνεντεύξεις και μαρτυρίες ανθρώπων που έζησαν αυτόν τον άνθρωπο.
