Ο 39χρονος επιχειρηματίας, Δημήτρης Φιντιρίκος συνελήφθη τα ξημερώματα της Κυριακής (11.05.25) στη Θεσσαλονίκη, στο νυχτερινό κέντρο που εμφανίζεται η Δέσποινα Βανδή, καθώς ο 40χρονος σωματοφύλακάς του – όπως είχε αναφερθεί αρχικά – είχε στη ζώνη του ένα όπλο και 12 φυσίγγια, το οποίο δεν δικαιούταν να φέρει αφού δεν είχε άδεια. Το συγκεκριμένο όπλο , καθώς και τα φυσίγγια, ανήκει στον Δημήτρη Φιντιρίκο με νόμιμη άδεια.
Ο επιχειρηματίας που τον τελευταίο καιρό διατηρεί σχέση με την κόρη της Δέσποινας Βανδή, Μελίνα, πέρασε την αυτόφωρη διαδικασία και αφέθηκε ελεύθερος, ενώ ορίστηκε τακτική δικάσιμος για το 2026.
Το όπλο, μαζί με τις 12 σφαίρες του γεμιστήρα, κατασχέθηκαν και έχουν ήδη σταλεί στην Υποδιεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών Βορείου Ελλάδος για εργαστηριακή ανάλυση.
Η απάντηση του Δημήτρη Φιντιρίκου
«Οι αστυνομικοί εξάντλησαν τον νόμο στους νόμιμους», δήλωσε μέσω του δικηγόρου του.
«Σηκώθηκα για να χαιρετήσω τη Δέσποινα Βανδή. Επειδή υπήρχε κόσμος που τραβούσε βίντεο και φωτογραφίες, δεν ήθελα να φανεί το όπλο που είχα και έτσι για δύο λεπτά το άφησα στον φίλο μου. Θεωρώ οι αστυνομικοί εξάντλησαν τον νόμο στους νόμιμους. Υπήρξε υπερβολική εφαρμογή του Νόμου», δήλωσε ο Δημήτρης Φιντιρίκος.
Πώς έγινε η σύλληψη
Ο γνωστός επιχειρηματίας βρέθηκε στη Θεσσαλονίκη τις προηγούμενες μέρες για επαγγελματικούς λόγους και το βράδυ της Παρασκευής αποφάσισε να διασκεδάσει στο νυχτερινό κέντρο που εμφανίζεται η Δέσποινα Βανδή.
Σύμφωνα με αυτόπτες μάρτυρες, έφτασε λίγο πριν τα μεσάνυχτα και κάθισε σε υπερυψωμένο τραπέζι, ακριβώς δίπλα στην πίστα. Η παρουσία του, λόγω του επωνύμου του, δεν πέρασε απαρατήρητη.
Κατά τη διάρκεια του προγράμματος, η τραγουδίστρια τον είδε και τον χαιρέτησε. Ο επιχειρηματίας σηκώθηκε με δισταγμό αρχικά, όπως λένε αυτόπτες μάρτυρες: «Φορούσε απλό μπλουζάκι, όχι σακάκι ή μπουφάν. Το όπλο του μπορούσε να φανεί. Εκείνη τη στιγμή φάνηκε να προβληματίζεται και το έδωσε στον φίλο του. Δεν ήθελε να δημιουργήσει εικόνα. Όλα έγιναν σε δύο-τρία δευτερόλεπτα».
Η είσοδος των αστυνομικών έγινε ακαριαία και στοχευμένα. «Δεν γίνεται να συμβαίνουν όλα τόσο συγχρονισμένα», λέει ένας από τους αυτόπτες, «εκτός αν είχαν ήδη προειδοποιηθεί».
