Πριν γίνει ο “Νιόνιος” της καρδιάς μας, ο Διονύσης Σαββόπουλος έζησε μια ζωή γεμάτη περιπέτειες, επιμονή και χιούμορ. Από τα παγκάκια της Αθήνας και τη Σχολή Καλών Τεχνών μέχρι τα στούντιο της Lyra, ο ίδιος αφηγούνταν την πορεία του με εκείνη την χαρακτηριστική του ειρωνική τρυφερότητα: «Έκανα διάφορες δουλειές για να επιβιώσω. Η πιο αστεία; Γυμνό μοντέλο στην Καλών Τεχνών…».
Από τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα: το ξεκίνημα από το μηδέν
Γεννημένος στη Θεσσαλονίκη, μέσα στα δύσκολα χρόνια μετά τον Εμφύλιο, περιέγραφε πάντα τα παιδικά του χρόνια σαν σκηνές από κινηματογραφική ταινία: τα ραδιόφωνα με τις λυχνίες, οι μπάντες που περνούσαν από την πλατεία, τα “μαλλιά της γριάς” που τα έβλεπε σαν «συννεφούλες ροζ». Ήταν η εποχή που όπως έλεγε «ο πατέρας έθαβε το ραδιόφωνο στον κήπο για να ακούει BBC κρυφά».
Από μικρός είχε την αίσθηση ότι ο κόσμος γύρω του ήταν μεγαλύτερος απ’ όσο χωρούσε στη γειτονιά. «Εκεί που ζούσα υπήρχαν ερείπια και παλιά αρχοντικά, αλλά μέσα τους υπήρχε κάτι ζωντανό… το ένιωθα να ανασαίνει». Αυτή η αίσθηση ζωής και ιστορίας έγινε αργότερα τραγούδι.
Στη Νομική της Θεσσαλονίκης μπήκε για να ικανοποιήσει τους γονείς του – «το παιδί μας δικηγόρος!» αλλά πολύ γρήγορα η πολιτική και η τέχνη πήραν το πάνω χέρι. Εντάχθηκε στην Αριστερά, έζησε το κίνημα 114, αλλά όπως έλεγε αργότερα: «Η κοινωνία τότε μάς ήλεγχε παντού στο σπίτι, στη γειτονιά, στην ενορία. Έπρεπε να φύγω. Να αναπνεύσω».
Έτσι, μια μέρα, πήρε την απόφαση να φύγει για την Αθήνα με ωτοστόπ. «Ένα φορτηγό με πήρε. Δεν είχα τίποτα πάνω μου, μόνο κάτι χαρτιά με στίχους. Κι έναν ενθουσιασμό που δεν ήξερα πού να τον βάλω».
Ζωή στα παγκάκια – «ήμουν τόσο αδύνατος που χωρούσα από το τζαμάκι»
Τα πρώτα χρόνια στην Αθήνα δεν είχαν ρομαντισμό. «Στην αρχή με φιλοξένησε ο φίλος μου ο Άγγελος Ραζής. Μετά πήγε φαντάρος και βρέθηκα στα παγκάκια», θυμόταν. Όταν έκανε κρύο, έβρισκε καταφύγιο σ’ ένα γραφείο συλλόγου στην Ασκληπιού. «Έσπαγα ένα μικρό τζαμάκι της πόρτας και περνούσα μέσα. Ήμουν τόσο αδύνατος που χωρούσα. Άπλωνα αφίσες κάτω και κοιμόμουν».
Μια μέρα, όπως διηγούνταν, «ήρθε ένα μέλος του συλλόγου να πάρει κάτι χαρτιά και με είδε να κοιμάμαι κάτω. Φρίκαρε ο άνθρωπος. Του πήγα ένα ποτήρι νερό για να συνέλθει. Με κοίταξε και είπε “δεν κάνει, ρε φίλε, να κοιμάσαι εδώ”. Δεν ξαναπήγα».
Αυτή η απλότητα, το “γέλιο μέσα στη δυσκολία”, τον συνόδευε πάντα.
«Η πιο αστεία δουλειά; Γυμνό μοντέλο»
Για να τα βγάλει πέρα, δέχτηκε δουλειές κάθε είδους. Η πιο απρόσμενη ήταν η πόζα ως γυμνό μοντέλο στην Καλών Τεχνών.
Από τις πιο χαρακτηριστικές ιστορίες της ζωής του ήταν εκείνη με τη Σχολή Καλών Τεχνών. «Με πήγε ο Διονύσης Φωτόπουλος, ο φίλος μου. Ο Μαυροΐδης ήταν ο καθηγητής. Πας, βγάζεις τα ρούχα σου, φοράς μια ρομπίτσα, και περιμένεις να τακτοποιηθούν οι σπουδαστές στα καβαλέτα. Μόλις ήταν έτοιμοι, ανέβαινα τα τρία σκαλάκια κατακόκκινος από ντροπή.
Μετά όμως… συνήθισα. Έμαθα τι σημαίνει να εκτίθεσαι».
Μια “άσκηση” που, χωρίς να το ξέρει, τον προετοίμαζε για τη σκηνή και τη ζωή του καλλιτέχνη.
Ο ρεπόρτερ που έψαχνε ιστορίες
Παράλληλα δούλεψε ως ελεύθερος ρεπόρτερ. Έτρεχε σε δρόμους, γραφεία, μικρές ειδήσεις και μεγάλα θέματα, μαθαίνοντας ρυθμό, ακρίβεια και πειθαρχία. Το δημοσιογραφικό μάτι πέρασε στα τραγούδια του, εικόνες, πρόσωπα, λόγος κοφτός, παρατήρηση που «γράφει».
«Η πιο σοβαρή δουλειά που έκανα ήταν δημοσιογράφος. Ήμουν ρεπόρτερ στον Ελεύθερο Τύπο του Καβαφάκη. Προϊστάμενος μου ο Στέλιος Ανεμοδουράς, ο συγγραφέας του “Μικρού Ήρωα”».
Στο ρεπορτάζ έμαθε τη δύναμη της παρατήρησης. Ίσως γι’ αυτό τα τραγούδια του μοιάζουν με μικρές ανταποκρίσεις με πρόσωπα, εικόνες, ρυθμό και λαϊκό βλέμμα.
Το τηλεφώνημα που τον έκανε να τραγουδήσει
Όταν ήρθε η ώρα να ηχογραφήσει τα πρώτα του τραγούδια, ο ίδιος δίσταζε να τα πει. Δεν πίστευε πως έχει τη φωνή για να τα πει ο ίδιος. «Ο Πατσιφάς επέμενε: εσύ θα τα πεις. Εγώ του έλεγα όχι, να τα πει κανονικός τραγουδιστής». Χρειάστηκε μία επιμονή παραγωγού και ένα καθοριστικό τηλεφώνημα από κορυφαίο δημιουργό για να ανέβει στο μικρόφωνο ο ίδιος.
Τότε ήρθε το τηλεφώνημα του Μάνου Χατζιδάκι. «Άκουσα τη φωνή του και έμεινα με το στόμα ανοιχτό. Μου είπε “να τα πεις εσύ, έχει δίκιο ο Πατσιφάς”. Τι να πεις μετά; Τα είπα. Έτσι άρχισε όλο».
Από εκείνη τη στιγμή, η φωνή του έγινε σύμβολο μιας γενιάς, η φωνή του έγινε αναγνωρίσιμη υπογραφή και τα τραγούδια του απέκτησαν τον φυσικό ερμηνευτή τους.
«Ο Σαββόπουλος είναι ρόλος – εγώ είμαι εγώ»
Με τα χρόνια δημιούργησε τον σκηνικό «ρόλο» Σαββόπουλος, με τα στρογγυλά γυαλιά, τις τιράντες, και το σχόλιο ανάμεσα στα τραγούδια. Ένας χαρακτήρας που του επέτρεπε να αφηγείται, να σατιρίζει, να τρυπά το σήμερα.
Όταν τον ρωτούσαν ποιος είναι, απαντούσε με τον δικό του τρόπο:
«Αυτό που λέμε “Σαββόπουλος” δεν υπάρχει. Είναι ένας ρόλος που τον έπλασα σιγά σιγά: ο τύπος με τα γυαλιά, τις τιράντες, το σχόλιο ανάμεσα στα τραγούδια. Εγώ είμαι εγώ. Χώνομαι μέσα του καμιά φορά, αλλά χωρίς εμένα θα ήταν αέρας κοπανιστός».
Πίσω από το προσωπείο, όμως, έμενε ο άνθρωπος που έψαχνε αλήθεια και μέτρο.
Παιδικά χρόνια σε μια πόλη-παλίμψηστο
Οι μνήμες από τη Θεσσαλονίκη, τα σπίτια σε παρακμή, οι μπάντες στις πλατείες, το ραδιόφωνο που μάζευε την οικογένεια στα βράδια, έγιναν πρώτη ύλη. Από εκεί ήρθαν ο ρομαντισμός, το χιούμορ, οι εικόνες που αργότερα θα γίνουν τραγούδια-ιστορίες.
Οικογένεια και αγάπη ως σταθερά
Στο κέντρο της ζωής του στάθηκε η οικογένεια, η σύντροφος μιας ζωής, τα παιδιά, τα εγγόνια. Στις ώρες των συνεντεύξεων και των εξομολογήσεων, γύριζε συχνά εκεί, στην αγάπη ως μέτρο και νόημα.
Η ζωή του ήταν κύκλος περιπλάνησης και επιστροφής. Από το παγκάκι στο στούντιο, από τη σκηνή στο σπίτι, από τον ρόλο του “Νιόνιου” στον ρόλο του πατέρα και του παππού. Με τη γυναίκα του, την Άσπα Αραπίδου, πορεύτηκαν δεκαετίες μαζί, ήρεμα, μακριά από υπερβολές.
«Τα εγγόνια μου μού δίδαξαν ότι η ζωή είναι θαύμα», έλεγε. «Και η μεγαλύτερη της αξία είναι η αγάπη».
Κληρονομιά που δεν χωρά σε είδος – Η διαδρομή που έγινε παράδειγμα
Ο Σαββόπουλος δεν περιγράφεται εύκολα με ταμπέλες. Ήταν τραγουδοποιός, αφηγητής, σχολιαστής της εποχής του, ένας καλλιτέχνης που έπλαθε εικόνες με λέξεις και μελωδίες.
Οι «άγνωστες ιστορίες» πριν από τον «Νιόνιο» φωτίζουν τον δρόμο που προηγήθηκε, πείσμα, περιπέτεια, δουλειά. Και ύστερα, τραγούδια που έμειναν.
Από τη φτώχεια στη δημιουργία, από την έκθεση στο φως της σκηνής, ο Διονύσης Σαββόπουλος άφησε πίσω του όχι μόνο τραγούδια, αλλά ένα ολόκληρο βλέμμα πάνω στη ζωή.
«Ό,τι έγραψα είναι ένα τραύλισμα», έλεγε κάποτε. «Αυτό είναι για μένα η μουσική: το θεϊκό τραγούδι που ένα αδέξιο παιδί προσπαθεί να πει κομπιάζοντας, έχοντας στην καρδιά του την ακατόρθωτη μελωδία μιας λαχτάρας για τελειότητα».
Και ίσως εκεί να βρίσκεται όλο το μυστικό του, στην ειλικρίνεια, στην τρυφερή αδεξιότητα, στη διαρκή αναζήτηση του ανθρώπου πίσω από τον μύθο.
Το αποτύπωμα
Από το βάθρο του μοντέλου μέχρι το βάθρο της σκηνής, η διαδρομή του είναι υπόμνηση ότι ο μύθος χτίζεται με μικρά, επίμονα βήματα. Ο Διονύσης έμαθε να εκτίθεται, να αφηγείται, να μεταμορφώνει την καθημερινότητα σε τέχνη.
Κι αυτό μένει..
