Δέκα εννέα χρόνια μετά τον θάνατό του, ο Νίκος Κούρκουλος παραμένει ο πιο σκληρός γόης που πέρασε ποτέ από τον ελληνικό κινηματογράφο.
Γεννημένος στις 5 Δεκεμβρίου 1934 και χαμένος πρόωρα στις 30 Ιανουαρίου 2007, σε ηλικία 72 ετών, άφησε πίσω του μια διαδρομή που ξεπέρασε τα όρια της υποκριτικής και έγινε κομμάτι της συλλογικής μνήμης.
Από το θέατρο έως τη μεγάλη οθόνη, ο Κούρκουλος δεν υπήρξε απλώς δημοφιλής· υπήρξε βαθιά ουσιαστικός, με ρόλους που έφεραν ένταση, σιωπή και αλήθεια.
Η παιδική ηλικία και τα πρώτα σημάδια μιας δύσκολης μοίρας
Μεγάλωσε ως το δεύτερο από τα τέσσερα παιδιά του Αλκίνοου Κούρκουλου, ενός κουρέα με ρίζες από την Κέρκυρα, σε ένα περιβάλλον λιτό αλλά δεμένο, που έμελλε να σημαδέψει τον χαρακτήρα και την πορεία του πολύ πριν γίνει σύμβολο μιας ολόκληρης εποχής.
Ο Νίκος Κούρκουλος γεννήθηκε στις 5 Δεκεμβρίου 1934 και μεγάλωσε σε μια απλή λαϊκή οικογένεια, ως το δεύτερο από τα τέσσερα παιδιά του Αλκίνοου Κούρκουλου. Το σπίτι του δεν είχε λάμψη, είχε όμως δεσμούς δυνατούςειδικά με τον πρωτότοκο αδελφό του, Σπύρο. Η καθημερινότητα δεν ήταν εύκολη, όμως το πραγματικό ρήγμα ήρθε νωρίς.
Ο αδελφός που δεν έφυγε ποτέ από μέσα του
Το 1952 ήρθε η τραγωδία που σημάδεψε για πάντα την οικογένεια. Ο Σπύρος, αξιωματικός εμπορικού ναυτικού, χάθηκε όταν το πλοίο του κόπηκε στα δύο από τυφώνα ανοιχτά της Βενεζουέλας. Το σώμα του δεν βρέθηκε ποτέ. Αυτή η απουσία, χωρίς τάφο και χωρίς τέλος, έγινε μόνιμη πληγή.
Λίγο πριν χαθεί ο Σπύρος, ο Νίκος είχε ξυπνήσει ανήσυχος λέγοντας στη μητέρα του πως «κάτι κακό θα συμβεί». Η οικογένεια δεν συνήλθε ποτέ πραγματικά από εκείνο το χτύπημα.
Η μητέρα του δεν αποδέχτηκε ποτέ την απώλεια και έζησε για χρόνια με την ελπίδα της επιστροφής.
Ο Νίκος, δεμένος βαθιά με τον αδελφό του, κουβάλησε αυτή τη σιωπηλή απώλεια σε όλη του τη ζωή, χωρίς να την εκφράσει. Δεν μιλούσε γι’ αυτήν. Την έκρυψε μέσα του – και αργότερα τη μετέτρεψε σε ένταση, βλέμμα, σιωπή πάνω στη σκηνή.
Χρόνια αργότερα, η μοίρα χτύπησε την πόρτα για άλλη μια φορά, ο τρίτος αδελφός, μηχανικός και απόφοιτος του Πολυτεχνείου, σκοτώθηκε πέφτοντας από ταράτσα οικοδομής. Δύο βαριές απώλειες, χωρίς κραυγές, χωρίς δηλώσεις.
Ο Κούρκουλος έμαθε να μη μιλά. Έμαθε, όμως, να παίζει.
Από το γήπεδο στο σανίδι
Πριν γίνει ηθοποιός, ο Κούρκουλος ήταν πρωταθλητής ποδοσφαίρου με τον Παναθηναϊκό. Η υποκριτική ήρθε σχεδόν τυχαία, αλλά γρήγορα έγινε μονόδρομος. Σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, δίπλα στον Μάνο Κατράκη, και από το 1958 ξεκίνησε μια θεατρική διαδρομή γεμάτη απαιτητικούς ρόλους.
Το Θέατρο Κάππα, ο δικός του θίασος, η Επίδαυρος, το Εθνικό Θέατρο όλα έφεραν τη σφραγίδα του ανθρώπου που πίστευε ότι το θέατρο είναι εργασία και ευθύνη, όχι λάμψη.
Έπαιξε σε δεκάδες επιτυχημένες θεατρικές παραστάσεις, μεταξύ αυτών: «Νίκη χωρίς φτερά», «Ιούλιος Καίσαρ», «Η δίκη», «Όπερα της πεντάρας», «Ο γλάρος», «Οιδίπους τύραννος» και «Στη φωλιά του κούκου». Η τελευταία του θεατρική εμφάνιση έγινε το 1993 στην Επίδαυρο στο έργο «Φιλοκτήτης» του Σοφοκλή.
Το 1972 έφτιαξε τον δικό του Θίασο, ενώ το 1974 απέκτησε τη δική του θεατρική στέγη, το θέατρο «ΚΑΠΠΑ». Το 1993 εξελέγη πρόεδρος του Δ.Σ. του Εθνικού Θεάτρου και το 1994 ως καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου ίδρυσε την Πειραματική Σκηνή και το Εργαστήρι Ηθοποιών, ενώ έθεσε σε μόνιμη λειτουργία την παιδική σκηνή του Θεάτρου.
Σημαντική ήταν και η παρουσία του στην μεγάλη οθόνη. Το 1957 ξεκίνησε την καριέρα του στον κινηματογράφο συμμετέχοντας στις ταινίες «Ο μπαρμπα-Γιάννης ο κανατάς» και «Το τελευταίο ψέμα». Δείγμα της δουλειάς του στην μεγάλη οθόνη είναι οι ταινίες: «Ο κατήφορος», «Ορατότης μηδέν», «Το χώμα βάφτηκε κόκκινο», «Λόλα», «Κοινωνία, ώρα μηδέν» και «Η δίκη των δικαστών».
«Ορατότης Μηδέν» και το «Όχι άλλο κάρβουνο»
Στην ταινία Ορατότης μηδέν, ο Κούρκουλος δεν υποδύθηκε απλώς έναν βασανισμένο άνθρωπο. Έβγαλε στην επιφάνεια κάτι δικό του. Η σκηνή της ανάκρισης και ο ιστορικός μονόλογος με τη φράση «Όχι άλλο κάρβουνο» έμειναν ανεξίτηλοι όχι για την τεχνική τους, αλλά για την αλήθεια τους.
Ο ίδιος ο ηθοποιός είχε παραδεχτεί ότι εκείνη τη στιγμή «έφυγε από τον εαυτό του». Δεν έπαιζε, το ζούσε. Ο πόνος, ο ιδρώτας, η ένταση, το σπάσιμο της φωνής και η έκρηξη του δεν ήταν ερμηνεία ήταν βιωμένη μνήμη.
«έφυγα από τον εαυτό μου… Δεν ήμουν ο Νίκος,ήμουν ο ήρωας του έργου, ήταν μια από τις στιγμές που θυμάμαι έντονα».
Ακόμη και οι επικίνδυνες σκηνές, όπως η διάσωση με ελικόπτερο στη θάλασσα, τις έκανε μόνος του, χωρίς κασκαντέρ.
«Είχαν ακροβολιστεί πέντε κάμερες, γύρω από το μέρος στο οποίο θα έπεφτα. Ο καπετάνιος του λιμενικού, μου είπε πως είναι επικίνδυνο να πέσω σε εκείνο το σημείο που ήταν το γύρισμα, γιατί από εκεί περνούσαν πλοία που πετούσαν φαγητά στη θάλασσα και μαζεύονταν σκυλόψαρα και εγώ εγώ δεν ήμουν ούτε κασκαντέρ, ούτε λοκατζής για να κάνω τέτοια σκηνή. »
Έπεσα λοιπόν στη θάλασσα, ήρθε το ελικόπτερο αλλά η δίνη που δημιουργούσε ο έλικας του μου τρύπαγε το πρόσωπο, τελικά κατάφερα να πιαστώ στο σχοινί και με ανέβασε το ελικόπτερο. Γυρίσαμε τη σκηνή τρεις φορές..
Και όλα αυτά γιατί δεν ήξερε να κάνει μισά πράγματα…
Η τελευταία φορά που εμφανίστηκε στον κινηματογράφο ήταν το 1982 με την ταινία «Το φράγμα». Κέρδισε δύο φορές το Α’ βραβείο ανδρικού ρόλου στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Το 1965 με την ταινία «Οι αδίστακτοι» και το 1970 με την ταινία «Ο Αστραπόγιαννος».
Οι γάμοι και οι μεγάλες αγάπες
Στην προσωπική του ζωή, ο Νίκος Κούρκουλος παντρεύτηκε πρώτα τη Μελίτα Κουτσογιάννη, με την οποία απέκτησε δύο παιδιά, τον Άλκη και την Μελίτα. Αργότερα, το 1986 γνωρίζει την Μαριάννα Λάτση, τον έρωτα που ο ίδιος περιέγραφε σαν κεραυνό.
Ο ίδιος σε συνέντευξή του το 1994 στον Νίκο Χατζηνικολάου είχε περιγράψει την πρώτη στιγμή που αντίκρισε την Μαριάννα Λάτση, λέγοντας:
«Κάνω έτσι και παγώνω… Ξαφνικά βλέπω ένα πλάσμα να ανεβαίνει τις κερκίδες και αυτό ήταν».
Από τον γάμο του με την Μαριάννα Λάτση απέκτησε άλλα δύο παιδιά, την Εριέττα και τον Φίλιππο.
Παρά τη δημοσιότητα, κράτησε την οικογένεια μακριά από επιδείξεις. Η τελευταία και πιο τρυφερή του αγάπη ήταν η εγγονή του, η μικρή Αμαλία.
Δεν υπήρξε ποτέ «σταρ»
Ο Κούρκουλος δεν αγάπησε ποτέ τις εύκολες συνεντεύξεις ούτε το τηλεοπτικό lifestyle. Σεβόταν τη δημοσιογραφία, αλλά κρατούσε αποστάσεις. Ήθελε να μιλά η δουλειά του. Και μίλησε.
Ακόμη και όταν διαγνώστηκε με καρκίνο το 2001, συνέχισε να εργάζεται για το Εθνικό Θέατρο, αφήνοντας πίσω του θεσμούς, δομές και ανθρώπους που μεγάλωσαν μέσα από το όραμά του.
Ο άντρας που δεν χρειάστηκε αντίγραφα
Ο Νίκος Κούρκουλος έφυγε στις 30 Ιανουαρίου 2007. Κηδεύτηκε εκεί όπου ξεκίνησε η διαδρομή του. Δεκαεννέα χρόνια μετά, παραμένει κάτι περισσότερο από μνήμη. Είναι σημείο αναφοράς.
Δεκαεννέα χρόνια μετά, δεν είναι απλώς ένας μεγάλος ηθοποιός του παρελθόντος. Είναι σημείο αναφοράς. Ένας άντρας που δεν έπαιξε ποτέ τον ρόλο του μύθου, έγινε μύθος, πληρώνοντάς τον ακριβά..
Και ίσως γι’ αυτό, όταν ακούγεται ακόμη το «Όχι άλλο κάρβουνο», δεν μοιάζει με ατάκα. Μοιάζει με εξομολόγηση.
Δεν υπήρξε ποτέ «σταρ» με την εύκολη έννοια. Υπήρξε άνθρωπος που μετέτρεψε τον πόνο σε τέχνη και άφησε πίσω του ρόλους που δεν παλιώνουν. Και αυτό, τελικά, είναι το πιο σκληρό και πιο αληθινό αποτύπωμα.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΑΡΘΡΑ
