Δέκα χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από το πρωινό της 18ης Φεβρουαρίου που πάγωσε ολόκληρη τη χώρα. Ο Παντελής Παντελίδης έφυγε από τη ζωή σε τροχαίο δυστύχημα στη λεωφόρο Βουλιαγμένης, σε ηλικία μόλις 32 ετών, στο απόγειο της καριέρας του. Η πορεία του από τα μαγαζιά της Νέας Ιωνίας μέχρι τις πίστες της Αθήνας παραμένει μία από τις πιο ιδιαίτερες ιστορίες της σύγχρονης λαϊκής μουσικής.
Από τη Νέα Ιωνία στο Πολεμικό Ναυτικό
Γεννημένος το 1983 στη Νέα Ιωνία, με ρίζες από το Αγρίνιο και τη Μικρά Ασία, μεγάλωσε σε ένα δεμένο, λαϊκό σπίτι. Το πρακτορείο ΟΠΑΠ του πατέρα του ήταν η βασική πηγή εισοδήματος για την οικογένεια, που όπως πολλές άλλες τα έφερνε βόλτα με κόπο.
Από μικρός έδειξε αγάπη για το ποδόσφαιρο. Στα 7 του έπαιζε επιθετικός, όμως στα 17 αναγκάστηκε να σταματήσει λόγω μυοκαρδιοπάθειας, βλέποντας το όνειρό του να φορέσει τη φανέλα της αγαπημένης του ΑΕΚ να μένει ανεκπλήρωτο.
Έδωσε Πανελλήνιες και πέρασε στη Σχολή Μονίμων Υπαξιωματικών Ναυτικού (ΣΜΥΝ). Υπηρέτησε για δέκα χρόνια ως υπαξιωματικός στο Πολεμικό Ναυτικό, ενώ παράλληλα μάθαινε μόνος του κιθάρα δώρο του πατέρα του στα 11 και έγραφε τραγούδια ήδη από τα 13 του.
Το YouTube, η έκρηξη και το Teatro
Τα πρώτα του τραγούδια ανέβηκαν στο YouTube από φίλους του το 2010, «για να μην τα ξεχάσει», όπως έλεγε. Σε μια εποχή που το διαδίκτυο δεν είχε ακόμη τη σημερινή δυναμική, τα βίντεο έγιναν viral. Το 2012, ο Κώστας Μπερτάκης τον γνώρισε στον Βασίλης Καρράς και έκλεισε το σχήμα «Καρράς – Πάολα – Παντελίδης» στο Teatro.
Για πολλούς, εκείνη ήταν η στιγμή που το «αουτσάιντερ» μπήκε στο σύστημα από μια χαραμάδα και το κατέκτησε. Οι «Αλκοολικές οι νύχτες» έγιναν διπλά πλατινένιες σε μια δύσκολη εποχή για τη δισκογραφία. Ο ίδιος έγινε περιζήτητος. Οι εκπομπές τον διεκδικούσαν, τα τρέιλερ χρησιμοποιούσαν την εικόνα του με την κιθάρα στο κρεβάτι του και η ερώτηση ακουγόταν παντού: «Ποιος είναι αυτός;».
Η απλότητά του, η ευθύτητα και η αίσθηση ότι «τραγουδάει για εμάς» τον έκαναν να ξεχωρίσει. Άφησε το Ναυτικό και αφοσιώθηκε ολοκληρωτικά στη μουσική.
Οι επιτυχίες και η επιρροή
Έγραφε για βιώματα δικά του και ανθρώπων γύρω του. Τραγούδια όπως «Δεν ταιριάζετε σου λέω», «Συνοδεύομαι», «Πάμε στοίχημα θα ξαναρθείς», «Παραμυθιάζομαι» και «Λιώμα σε γκρεμό» έγιναν μεγάλες επιτυχίες.
Παράλληλα έδωσε τραγούδια του σε άλλους καλλιτέχνες. Ο Γιάννης Πλούταρχος ερμήνευσε το «Ναρκοπέδιο η ζωή μου», η Ειρήνη Παπαδοπούλου το «Ο καινούριος έρωτάς σου», η Πάολα το «Τώρα Σέρνεσαι», η Ελένη Χατζίδου το «Χειρότερα» και η Αμαρυλλίς το «Διαταγές». Με τον Βασίλη Καρρά τραγούδησε το «Για τον ίδιο άνθρωπο μιλάμε».
Στα νυχτερινά μαγαζιά γινόταν λουλουδοπόλεμος και μαξιλαροπόλεμος για χάρη του. Σε χρόνια μνημονίων, η εικόνα αυτή δίχαζε. Άλλοι τον αποθέωναν, άλλοι τον επέκριναν.
Η πίκρα πριν το τέλος
Λίγες ημέρες πριν τον θάνατό του ξέσπασε σάλος για τον στίχο «Θυμίζεις σκάρτη γκόμενα που τριγυρνά στα Κατεχόμενα». Ο ίδιος απέσυρε το τραγούδι και απάντησε δημόσια:
«Γράφοντας στίχους όπως πάντα με γνώμονα την αλήθεια της ψυχής μου έγραψα ένα τραγούδι για μία κοπέλα που ενώ ήταν με Ελληνόπουλο, το απαρνήθηκε προτιμώντας να ζήσει τη μεγάλη ζωή με έναν πλούσιο Τούρκο στη μεριά των Κατεχόμενων…».
Και συνέχισε:
«Απ’ όσους πρόλαβαν να με καταδικάσουν ζητώ συγνώμη που τους στεναχώρησα, αλλά δυστυχώς το ερμήνευσαν λάθος… αποφάσισα ως ελάχιστη ένδειξη σεβασμού στους Κύπριους φίλους μου να αποσύρω αυτό το τραγούδι γιατί όλο αυτό με πίκρανε. Σας ευχαριστώ όλους. Παντελής Παντελίδης».
Πολλοί που τον γνώριζαν έλεγαν τότε ότι «έφυγε πικραμένος».
Το δυστύχημα που συγκλόνισε
Το πρωί της 18ης Φεβρουαρίου 2016 το αυτοκίνητο που οδηγούσε ξέφυγε από την πορεία του στη λεωφόρο Βουλιαγμένης, προσέκρουσε στις προστατευτικές μπάρες και ανετράπη. Οι τοξικολογικές εξετάσεις έδειξαν 2,72 mg αλκοόλ στο αίμα του.
Οι δύο συνεπιβάτιδες, Φρόσω Κυριάκου και Μίνα Αρναούτη, τραυματίστηκαν σοβαρά και ακολούθησε μακρόχρονη δικαστική διαμάχη με την οικογένειά του.
Δύο ημέρες μετά, η σορός του τέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα. Χιλιάδες άνθρωποι όλων των ηλικιών τον αποχαιρέτησαν στη γειτονιά του, ενώ περισσότεροι από 6.000 τον συνόδευσαν στο κοιμητήριο της Μεταμόρφωσης, με την ορχήστρα του να παίζει μέχρι το τέλος.
Δέκα χρόνια μετά, τα τραγούδια του συνεχίζουν να ακούγονται, οι στίχοι του να γίνονται συνθήματα και η ιστορία του να θυμίζει ότι ένα παιδί από λαϊκή γειτονιά μπορεί να φτάσει μόνο του στην κορυφή και να μείνει εκεί, έστω και για λίγο.
