Ξεχάστε τις ευγένειες και τα θεσμικά προσωπεία. Η Αθήνα αυτή τη στιγμή θυμίζει καζίνο την ώρα που σβήνουν τα φώτα: όλοι ψάχνουν την έξοδο κουβαλώντας όσα περισσότερα μπορούν, ενώ η μυρωδιά του πολιτικού «καμένου» φτάνει πλέον μέχρι τα ρετιρέ της Ηρώδου Αττικού. Η εξουσία στην Ελλάδα δεν ασκείται πια με ιδέες, αλλά με deals κάτω από το τραπέζι, δικογραφίες που «ξεχνιούνται» σε συρτάρια και μια κυνική αδιαφορία για το τι συμβαίνει έξω από τη γυάλινη φούσκα των βορείων προαστίων. Πολιτική και επιχειρηματικότητα έχουν γίνει ένα ενιαίο, αξεδιάλυτο κουβάρι, όπου η μία πλευρά κρατάει το φανάρι και η άλλη σκάβει το λάκκο του αντιπάλου, πάντα με το αζημίωτο.
Η δικογραφία για τον ΟΠΕΚΕΠΕ που έφτασε στη Βουλή δεν είναι απλώς μια νομική υπόθεση, αλλά ένας πολιτικός δυναμίτης που απειλεί να τινάξει στον αέρα τις ισορροπίες της γαλάζιας παράταξης. Το Μαξίμου, βλέποντας το «αντάρτικο» να σιγοβράζει και τα ονόματα βουλευτών να φιγουράρουν σε φακέλους της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, ετοιμάζεται για μια κίνηση ματ που θα δείχνει την πόρτα της εξόδου σε όσους θεωρεί «βαρίδια», πριν η οσμή του σκανδάλου φτάσει στον στενό πυρήνα.
Αυτή η ανάγκη για βίαιο ξεσκαρτάρισμα φέρνει στο προσκήνιο τον πολυαναμενόμενο ανασχηματισμό, ο οποίος δεν θα είναι πλέον «διορθωτικός» αλλά δομικός, μια προσπάθεια να χτιστεί ένα τείχος προστασίας γύρω από τον Πρωθυπουργό. Τα πρόσωπα της απόλυτης εμπιστοσύνης επιστρατεύονται, παραμερίζοντας τις παραδοσιακές εσωκομματικές ποσοστώσεις, την ώρα που οι ψίθυροι για πρόωρες κάλπες λειτουργούν ως το μοναδικό «φόβητρο» για να κρατηθούν οι ισορροπίες.
Η πολιτική πίεση εντείνεται καθώς ο φάκελος των υποκλοπών αρνείται να κλείσει, παρά τις προσπάθειες για θεσμικό ενταφιασμό. Νέες δικαστικές έρευνες εστιάζουν πλέον στο «κοινό κέντρο» ΕΥΠ και παράνομων λογισμικών, με τη δικαιοσύνη να ανακτά ρυθμούς κάτω από τη διεθνή κατακραυγή και ογκώδεις δικογραφίες να διαβιβάζονται στον Άρειο Πάγο, προκαλώντας ταχυκαρδία σε όσους πίστευαν ότι ο χρόνος θα λειτουργούσε ως λήθη.
Το κλίμα βαραίνει ακόμα περισσότερο από τις εξελίξεις στο μέτωπο των Τεμπών, όπου η υπόθεση του «μοντάζ» στα ηχητικά και η εξαφάνιση κρίσιμων βίντεο δείχνουν μια συντονισμένη επιχείρηση συγκάλυψης. Η δικαστική διαδικασία έχει μετατραπεί σε πεδίο σφοδρής σύγκρουσης, με την ένταση στις αίθουσες να οδηγεί σε πρωτοφανή αιτήματα για άρση της ασυλίας πρώην υπουργών, που μέχρι χθες θεωρούνταν ανέγγιχτοι.
Παρά τη θεσμική πίεση, το μεγάλο φαγοπότι συνεχίζεται με την ανακατάταξη στο κυβερνητικό σχήμα να συνδέεται άμεσα με την ανάγκη για γρήγορη απορρόφηση των κονδυλίων του Ταμείου Ανάκαμψης. Οι μεγάλες τράπεζες, έχοντας εξασφαλίσει προκλητική κερδοφορία από τις προμήθειες, έχουν ήδη βγάλει τα «μαχαίρια» για το ποιος θα κυριαρχήσει στην επόμενη μέρα των συγχωνεύσεων, εκμεταλλευόμενες το γεγονός ότι η πολιτική προσοχή είναι στραμμένη στη διαχείριση των κρίσεων.
Στο επίκεντρο αυτού του τραπεζικού σαφάρι βρίσκεται η κινητικότητα για την απόκτηση μεριδίων σε ασφαλιστικούς κολοσσούς και η εξαγορά «κόκκινων» πακέτων από funds που λειτουργούν ως σκιώδεις κυβερνήτες. Η ρευστότητα είναι άφθονη και οι διοικήσεις των συστημικών ιδρυμάτων γνωρίζουν ότι η επέκταση στο εξωτερικό είναι η μοναδική οδός για να μην καταπιούν οι ίδιοι τα χρέη που οι ίδιοι δημιούργησαν.
Το κυνήγι της επέκτασης απαιτεί και ενεργειακή θωράκιση, με τους μεγάλους παίκτες του κλάδου να αναθεωρούν τις στρατηγικές τους για να «καβαλήσουν» το κύμα της πράσινης μετάβασης. Οι αναβαθμίσεις από διεθνείς οίκους για τα διυλιστήρια κρύβουν από πίσω μια σκληρή πραγματικότητα: την επιβολή τιμών που στραγγαλίζουν τον καταναλωτή, την ώρα που οι όμιλοι ανακοινώνουν κέρδη-ρεκόρ που προκαλούν το κοινό αίσθημα.
Αυτή η ενεργειακή ισχύς μεταφράζεται σε ωμή πολιτική επιρροή, καθώς οι «βαρώνοι» του κλάδου αποτελούν πλέον τους πραγματικούς συντάκτες των υπουργικών τροπολογιών. Οι αποφάσεις για τις τιμές του ρεύματος και τις επιδοτήσεις είναι απλώς επικοινωνιακά πυροτεχνήματα για να καλυφθεί η πλήρης παράδοση της αγοράς στα χέρια ενός κλειστού ολιγοπωλίου.
Μέρος αυτού του ολιγοπωλίου ελέγχει πλέον και τη δημόσια σφαίρα, με τη νέα μόδα της εποχής να θέλει ιστορικούς τίτλους ΜΜΕ και τηλεοπτικούς σταθμούς να περνούν στα χέρια «μπροστινών». Πρόκειται για το απόλυτο σκάνδαλο χειραγώγησης: αχυράνθρωποι χωρίς καμία επιχειρηματική επιφάνεια εμφανίζονται ως νέοι «καναλάρχες», ενώ από πίσω κρύβονται μεγάλα συμφέροντα που θέλουν να εξασφαλίσουν τη σιωπή των δημοσιογράφων και τη λιβανιστή των υπουργών.
Πίσω από τις κλειστές πόρτες, η συζήτηση για τις απευθείας αναθέσεις παραμένει το μόνιμο σκάνδαλο που δεν συγκινεί πια κανέναν εισαγγελέα. Η ευκολία με την οποία συγκεκριμένα ονόματα κερδίζουν κάθε διαγωνισμό για την ψηφιοποίηση του κράτους δείχνει ότι η «πίτα» έχει ήδη μοιραστεί, αφήνοντας τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις να παλεύουν για τα ψίχουλα μιας ανύπαρκτης ανάπτυξης.
Η δυσφορία αυτή μεταφέρεται και στα κοινοβουλευτικά έδρανα, όπου η αντιπολίτευση, παρά τη δική της εσωστρέφεια, βρίσκει πάτημα στο αίσθημα της «ατιμωρησίας» που διαχέεται στην κοινωνία. Η πρόταση δυσπιστίας που πλανάται στον αέρα είναι το τελευταίο χαρτί μιας πολιτικής σκηνής που έχει χάσει την επαφή με την πραγματικότητα του σούπερ μάρκετ.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, η Επιτροπή Δεοντολογίας της Βουλής καλείται να παίξει τον ρόλο του καθαριστή, σε μια παρτίδα όπου οι κανόνες ορίζονται από το ποιος έχει τον πιο ισχυρό δικηγόρο. Οι άρσεις ασυλίας για υποθέσεις που αφορούν από οικονομικά εγκλήματα μέχρι «μαύρο» χρήμα σε προεκλογικές καμπάνιες, είναι η μόνη απόδειξη ότι το «άβατο» της πολιτικής αρχίζει να μπάζει νερά.
Όλα αυτά συμβαίνουν ενώ οι πολίτες παρακολουθούν με οργή τις εξαγγελίες για φοροελαφρύνσεις που παραπέμπονται στις ελληνικές καλένδες. Η απόσταση ανάμεσα στους αριθμούς των ισολογισμών και την ηθική της εξουσίας έχει γίνει πλέον χαράδρα, και η πτώση σε αυτήν είναι το μοναδικό βέβαιο σενάριο για όσους νομίζουν ότι η ασυλία τους είναι αιώνια.
