Η στρατηγική συμμαχία Ελλάδας και Γαλλίας, η οποία τα τελευταία χρόνια έχει σφυρηλατηθεί σε στερεά θεμέλια μέσα από εμβληματικές αμυντικές συμφωνίες (φρεγάτες Belharra, μαχητικά Rafale) και απόλυτη διπλωματική σύμπλευση στην Ανατολική Μεσόγειο, εισέρχεται πλέον σε μια νέα, ιστορικής σημασίας φάση. Όπως προκύπτει ξεκάθαρα από τις πρόσφατες κυβερνητικές πρωτοβουλίες, με αποκορύφωμα τη στοχευμένη δήλωση του Υπουργού Ανάπτυξης, κ. Τάκη Θεοδωρικάκου, η πυρηνική τεχνολογία αναδεικνύεται στο νέο «πεδίο δόξης λαμπρόν» και στον τομέα αιχμής της ευρύτερης ελληνογαλλικής συνεργασίας.
Η συγκεκριμένη τοποθέτηση του κ. Θεοδωρικάκου δεν αποτελεί απλώς μια εθιμοτυπική φιλοφρόνηση στο πλαίσιο των διαρκών επαφών Αθήνας και Παρισιού, αλλά την πλήρη αποκρυστάλλωση ενός μακροπρόθεσμου κυβερνητικού σχεδιασμού. Ως επικεφαλής του υπουργείου που καλείται να σχεδιάσει τον παραγωγικό μετασχηματισμό της χώρας, ο Υπουργός Ανάπτυξης γνωρίζει από πρώτο χέρι πως η αναβίωση, η εξωστρέφεια και η επέκταση της ελληνικής βιομηχανίας προσκρούουν διαρκώς σε ένα δομικό εμπόδιο: το υψηλό και γεωπολιτικά ευμετάβλητο ενεργειακό κόστος.
Η στενή προσέγγιση με το Παρίσι στον τομέα της πυρηνικής τεχνολογίας αποτελεί το πολυπόθητο «κλειδί» για την εξασφάλιση φθηνής, καθαρής και, το κυριότερο, σταθερής ενέργειας βάσης (base-load). Μιας ενέργειας που έχει απόλυτη ανάγκη η βαριά εγχώρια μεταποίηση, αλλά και τα ξένα επενδυτικά κεφάλαια προκειμένου να καταστήσουν την Ελλάδα τεχνολογικό και παραγωγικό κόμβο.
Το τέλος ενός πολύχρονου ενεργειακού «ταμπού»
Επί δεκαετίες, η δημόσια συζήτηση για την ανάπτυξη πυρηνικής ενέργειας στην Ελλάδα αποτελούσε ένα σχεδόν απόλυτο πολιτικό ταμπού. Ωστόσο, η σφοδρή ενεργειακή κρίση που πυροδότησε ο πόλεμος στην Ουκρανία, η απρόβλεπτη μεταβλητότητα των τιμών του φυσικού αερίου και η εθνική δέσμευση για ταχεία απολιγνιτοποίηση, άλλαξαν ριζικά το τοπίο και τις ισορροπίες. Όπως έχει ήδη προαναγγείλει σε κορυφαίο επίπεδο ο Πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, η Ελλάδα «γυρίζει σελίδα» και είναι πλέον έτοιμη και ώριμη να διερευνήσει ενεργά την ένταξη της πυρηνικής ενέργειας στο μελλοντικό της μείγμα. Σε αυτό το εγχείρημα, η Γαλλία, ως η αδιαμφισβήτητη πυρηνική υπερδύναμη της ευρωπαϊκής ηπείρου, αποτελεί τον φυσικό και πλέον αξιόπιστο στρατηγικό εταίρο.
Το Παρίσι αυτή τη στιγμή υλοποιεί ένα γιγαντιαίο πρόγραμμα ενεργειακής αναγέννησης. Η γαλλική κυβέρνηση έχει θέσει σε κίνηση το σχέδιο κατασκευής δεκατεσσάρων (14) νέων πυρηνικών αντιδραστήρων νέας γενιάς (EPR) και την παράταση του χρόνου ζωής των υφιστάμενων μονάδων, με τον κρατικό ενεργειακό κολοσσό της EDF να ηγείται της προσπάθειας. Παράλληλα, το ρυθμιστικό πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EU Taxonomy) έχει πλέον εντάξει οριστικά την πυρηνική ενέργεια στις “πράσινες” επενδύσεις μετάβασης, ανοίγοντας τον δρόμο για θεσμική χρηματοδότηση μεγάλων πρότζεκτ.
Τεχνολογική Μεταφορά και οι Μικροί Αρθρωτοί Αντιδραστήρες (SMRs)
Όταν ο υπουργός Ανάπτυξης κάνει λόγο για «τεχνολογία αιχμής», υποδεικνύει εμμέσως τον ασφαλή δρόμο που σχεδιάζει να ακολουθήσει η Αθήνα. Το ελληνικό κράτος δεν προτίθεται να εμπλακεί στην κατασκευή φαραωνικών, παραδοσιακών πυρηνικών σταθμών του παρελθόντος, μεγέθους πολλών Gigawatt. Το ελληνικό ενδιαφέρον, εναρμονισμένο με τις παγκόσμιες τεχνολογικές τάσεις, επικεντρώνεται ξεκάθαρα στους Μικρούς Αρθρωτούς Αντιδραστήρες (Small Modular Reactors – SMRs).
Πρόκειται για την επιτομή της σύγχρονης βιομηχανικής πυρηνικής τεχνολογίας: οι αντιδραστήρες αυτοί είναι αισθητά μικρότεροι σε μέγεθος, παρέχουν κορυφαία, παθητική ασφάλεια (ακόμη και χωρίς εξωτερική παρέμβαση σε περίπτωση ατυχήματος), ενώ κατασκευάζονται τυποποιημένα σε εργοστάσια και μεταφέρονται έτοιμοι προς εγκατάσταση. Αυτό μειώνει δραματικά τόσο τον απαιτούμενο χρόνο κατασκευής όσο και το τρομακτικό αρχικό κόστος επένδυσης (CAPEX) που ταλαιπωρεί τα μεγάλα πυρηνικά έργα.
Η κορυφαία γαλλική τεχνογνωσία μπορεί να προσφέρει στην Ελλάδα ένα πολύτιμο “πακέτο” εισόδου στη νέα εποχή: την απαραίτητη τεχνική υποστήριξη, το βέλτιστο ρυθμιστικό και νομικό know-how και, κυρίως, την εκπαίδευση εξειδικευμένου επιστημονικού προσωπικού (capacity building). Η συνεργασία αναμένεται να λειτουργήσει πολυεπίπεδα, περιλαμβάνοντας μεταφορά τεχνογνωσίας, κοινά ερευνητικά προγράμματα με κορυφαία ελληνικά πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα, αλλά και προσοδοφόρες συμπράξεις μεταξύ γαλλικών κολοσσών και ελληνικών εταιρειών υψηλής τεχνολογίας και κατασκευών.
Η Στρατηγική της Βιομηχανικής Ανταγωνιστικότητας
Από αυστηρά οικονομικής σκοπιάς, το αφήγημα και η στρατηγική του Υπουργείου Ανάπτυξης είναι μονόδρομος. Είναι δεδομένο πως τα αιολικά και τα φωτοβολταϊκά πάρκα αποτελούν τον πυρήνα της πράσινης μετάβασης, ωστόσο πάσχουν από το φαινόμενο της στοχαστικότητας δεν παράγουν ενέργεια με βάση τη ζήτηση, αλλά με βάση τις καιρικές συνθήκες. Η βαριά βιομηχανία, όμως, λειτουργεί αδιάλειπτα 24 ώρες το 24ωρο.
Μόλις πρόσφατα, ο κ. Θεοδωρικάκος ανακοίνωσε ένα τεράστιο πακέτο στήριξης, ύψους εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ (με πόρους από το Modernisation Fund), ακριβώς για την ελάφρυνση του ενεργειακού κόστους της ελληνικής βιομηχανίας έως το 2030. Ωστόσο, οι επιδοτήσεις δεν αποτελούν μόνιμη λύση. Αν η Ελλάδα φιλοδοξεί να καταστεί βιομηχανικό κέντρο των Βαλκανίων και να προσελκύσει τεράστια, ενεργοβόρα Data Centers κορυφαίων πολυεθνικών, οφείλει να εγγυηθεί μακροπρόθεσμα σταθερές, χαμηλές τιμές χονδρικής ρεύματος. Η ενέργεια που παράγεται από τον διαχωρισμό του ατόμου εξασφαλίζει ακριβώς αυτή την ανεξαρτησία από τα διεθνή χρηματιστήρια ρύπων και τις γεωπολιτικές κρίσεις του πετρελαίου και του αερίου.
Ένα νέο γεωπολιτικό αποτύπωμα
Σε αμιγώς γεωπολιτικό επίπεδο, η απόκτηση έστω και ενός ελεγχόμενου πυρηνικού αποτυπώματος στο μέλλον, πάντα υπό την ομπρέλα και τη στρατηγική εγγύηση της Γαλλίας, θωρακίζει περαιτέρω την εθνική μας κυριαρχία. Αναβαθμίζει θεαματικά την Ελλάδα από έναν απλό διαμετακομιστικό κόμβο (transit hub) φυσικού αερίου, σε έναν αυτόνομο παραγωγό σταθερής ισχύος.
Η θεσμική ανάδειξη της πυρηνικής τεχνολογίας ως πεδίου της ελληνογαλλικής σύμπραξης από την ελληνική κυβέρνηση δείχνει πως η Αθήνα σχεδιάζει τις δεκαετίες του 2030 και του 2040 με όρους οικονομικού ρεαλισμού και τεχνολογικής πρωτοπορίας. Η συμπόρευση με το Παρίσι δημιουργεί μια πανίσχυρη “ασπίδα” για την ελληνική οικονομία, διασφαλίζοντας ότι η χώρα όχι μόνο δεν θα μείνει ουραγός στην πυρηνική αναγέννηση της Δύσης, αλλά θα κατοχυρώσει τη θέση της ως απόλυτος ενεργειακός εγγυητής στη Νοτιοανατολική Ευρώπη.
