Ο Ίων Δραγούμης (Αθήνα, 2 Σεπτεμβρίου 1878 – Αθήνα, 31 Ιουλίου 1920) ήταν Έλληνας διπλωμάτης, πολιτικός και λογοτέχνης. Υπήρξε βασικός οργανωτής των ελληνικών κοινοτήτων κατά τον Μακεδονικό αγώνα. Πρωταγωνίστησε στο γλωσσικό κίνημα του δημοτικισμού, ενώ με το συγγραφικό του έργο άσκησε σημαντική επιρροή στη διαμόρφωση της ελληνικής ιδεολογίας των αρχών του εικοστού αιώνα.
Κατά τη διάρκεια των Ιουλιανών του 1920, των βίαιων επεισοδίων που διοργανώθηκαν από τους Βενιζελικούς ως αντίποινα για την απόπειρα δολοφονίας του πρωθυπουργού στο Παρίσι, συνελήφθη και κατόπιν δολοφονήθηκε από βενιζελικό στρατιωτικό σώμα ασφαλείας στη λεωφόρο Κηφισίας.
Ήταν γιος του πολιτικού και πρωθυπουργού Στέφανου Δραγούμη, με καταγωγή από το Βογατσικό Καστοριάς, και της Ελισάβετ Κοντογιαννάκη (1851-1931), κόρης του Ιωάννη Κοντογιαννάκη, τραπεζίτη και επίτιμου γενικού προξένου της Ελλάδας στην Αγία Πετρούπολη, και της Ρωσίδας συζύγου του, Νατάλια Φεντοσέγιεβνα Κουπτσίνσκαγια. Γεννήθηκε στην Αθήνα στις 14 Σεπτεμβρίου 1878, το πέμπτο από τα ένδεκα παιδιά της οικογένειας και σπούδασε νομική στο Παρίσι. Το 1897 υπηρέτησε εθελοντής στο μηχανικό και στη συνέχεια συμπλήρωσε τη θητεία του στο πεζικό. Συνδέθηκε ερωτικά με την Πηνελόπη Δέλτα.
Από το 1899 μπήκε στο διπλωματικό κλάδο και υπηρέτησε διαδοχικά ως υποπρόξενος, κατόπιν απαίτησής του, στο Μοναστήρι και εν συνεχεία στην Ανατολική Μακεδονία, στο Προξενείο Σερρών (1903), στην Ανατολική Ρωμυλία στο Προξενείο του Πύργου και στη Θράκη, στο Προξενείο της Φιλιππούπολης (1904). Από τον Μάιο έως τον Ιούνιο της ίδιας χρονιάς συμμετέχει ως έφεδρος δεκανέας στα γυμνάσια του ελληνικού στρατού. Σε συνεργασία με τον γαμπρό του Παύλο Μελά, σύζυγο της αδελφής του Ναταλίας, οργάνωσε τις ελληνορθόδοξες κοινότητες εναντίον των εξαρχικών κομιτάτων, κινητοποίησε τις Ελληνικές Δυνάμεις και αναδείχθηκε ένθερμος υποστηρικτής της μακεδονικής σύγκρουσης. Ανάλογες προσπάθειες κατέβαλε κατά τη διετία 1907-1909 στην Κωνσταντινούπολη, υπηρετώντας στην εκεί ελληνική πρεσβεία. Το 1908 ιδρύει με τον Αθανάσιο Σουλιώτη-Νικολαΐδη την Οργάνωση της Κωνσταντινουπόλεως με σκοπό τη συνεννόηση όλων των εθνοτήτων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας για ισοπολιτεία. Την ίδια χρονιά (1908), ο Δραγούμης διέκοψε τη σχέση του με την Πηνελόπη Δέλτα όταν συνδέθηκε με την ηθοποιό Μαρίκα Κοτοπούλη. Το 1909 οργανώνει στο Υπουργείο Εξωτερικών το Β΄ Πολιτικό Τμήμα Ανατολικών Υποθέσεων. Το 1910 συνέπραξε στην ίδρυση του Εκπαιδευτικού Ομίλου, γενόμενος έτσι γνωστός στο χώρο των γραμμάτων, ενώ υπήρξε και συνεργάτης του περιοδικού Νουμάς του Δημητρίου Ταγκόπουλου (με το ψευδώνυμο Ίδας).
Το 1911, όταν τα Δωδεκάνησα κατελήφθησαν από τους Ιταλούς, ο Ίων Δραγούμης συγκρότησε στην Πάτμο πανδωδεκανησιακό συνέδριο, στο οποίο διακήρυξε το αίτημα της Ένωσης με την Ελλάδα, (Συνέδριο Πάτμου (1912)). Το 1912, ως δεκανέας, υπηρέτησε στο επιτελείο του αρχιστράτηγου Κωνσταντίνου. Μαζί με το Βίκτορα Δούσμανη και τον Ιωάννη Μεταξά στάλθηκε να διαπραγματευτεί με τον Ταχσίν πασά την παράδοση της Θεσσαλονίκης. Το 1914 εστάλη πρεσβευτής στην Αγία Πετρούπολη, όπου και διαχειρίσθηκε το ζήτημα του Αγίου Όρους, φροντίζοντας παράλληλα να οργανώσει τις ελληνικές κοινότητες της Ρωσίας. Το 1915 εξελέγη βουλευτής Φλωρίνης. Το 1916 εξέδωσε το περιοδικό Πολιτική Επιθεώρησις.
Κατά την περίοδο των Νοεμβριανών του 1916, όταν οι Επίστρατοι δολοφόνησαν δεκάδες Μικρασιάτες πρόσφυγες ως βενιζελικούς και συνέλαβαν τον πατέρα της Πηνελόπης Δέλτα, ο Δραγούμης δεν πήρε καμιά θέση και μάλλον φάνηκε να επικροτεί τη βία των Επιστράτων. Ο Δραγούμης εμφανίζεται με έναν υποτιμητικό έως και ρατσιστικό λόγο κατά των Μικρασιατών, των νησιωτών της Μυτιλήνης, της Χίου, της Σάμου, της Ρόδου και Κύπρου. Ιδιαιτέρως βρίσκονται στο στόχαστρό του οι Κρητικοί: «Έχει και τους Κρητικούς, που ήταν πάντα μισθοφόροι».
Με την κατάρρευση της μοναρχίας και την επιστροφή της Κυβέρνησης Ε. Βενιζέλου το 1917 στην Αθήνα, εξορίστηκε στην Κορσική, μαζί με άλλους επιφανείς Έλληνες της εποχής όπως τον Ιωάννη Μεταξά, τον Δημήτριο Γούναρη, τον Γεώργιο Πεσμαζόγλου απ’ όπου γύρισε το 1919 στη Σκόπελο και τελικά αφήνεται ελεύθερος τον Νοέμβριο του ίδιου χρόνου.
Αντιτάχθηκε στην πολιτική του Βενιζέλου για την ενσωμάτωση της Ιωνίας στην Ελλάδα. Ο Ίων Δραγούμης θεωρούσε ότι το εγχείρημα ήταν στρατιωτικά ανέφικτο και ότι ο στόχος θα έπρεπε να είναι η δημιουργία ενός κοινού ελληνοτουρκικού μικρασιατικού κράτους και όχι ενός καθαρά ελληνικού. Ακόμα και τον Φεβρουάριο του ’19, όταν η Ελλάδα βρισκόταν στο στρατόπεδο των νικητών και επίκειντο οι μεταπολεμικές διευθετήσεις, ο Δραγούμης κατήγγειλε τις «κοινές ελπίδες» και «την ελπίδα του κοινού κέρδους» που είχαν οι «Αγγλογάλλοι ιμπεριαλιστές και ο Βενιζέλος».
Ο Β. Αγτζίδης αναφέρει γι’ αυτή τη στάση του Δραγούμη: “Ενώ η γενοκτονία στην Ανατολή από τον τουρκικό εθνικισμό έχει ξεκινήσει από το 1914, πλήθη προσφύγων από την Ανατολική Θράκη, την Ιωνία και τον Πόντο έχουν κατακλύσει το ελληνικό κράτος και υπάρχει το ζήτημα του τρόπου με τον οποίο θα αντικατασταθεί η πολυεθνική μουσουλμανική Αυτοκρατορία -που πλέον εξαφανίζεται από το ιστορικό προσκήνιο- για τον Δραγούμη και τη μοναρχική παράταξή, δεν υπάρχουν εθνικά ζητήματα, ούτε υπάρχει ανάγκη εθνικής απελευθέρωσης των Ελλήνων ή των Αρμενίων της Ανατολής.” «Τώρα μπαίνω σε μια σοσιαλιστική και ανθρωπιστική περίοδο. Αρχίζω να λαβαίνω συνείδηση του αναρχισμού μου (1917-1919) και προχωρώ…» Η αποστροφή για τους δυτικούς ευρωπαίους ιμπεριαλιστές τον οδηγεί σε μια προσέγγιση των Μπολσεβίκων και της επανάστασης τους. Κατά τη διάρκεια της εξορίας του στην Κορσική αναφέρει στα Φύλλα Ημερολογίου Η Ρωσία, αφού έκαμε τη ριζοσπαστικότερη κοινωνική επανάσταση, παλεύει μεταξύ της και με την ξενική επέμβαση. Έλληνες και Γάλλοι στρατιώτες πολεμούν στην Οδέσσα. Μακάρι να τσακιστούν από τους μπολσεβίκους.
Το 1908, ο Δραγούμης διέκοψε τη σχέση του με την Πηνελόπη Δέλτα όταν συνδέθηκε με την ηθοποιό Μαρίκα Κοτοπούλη, με την οποία παρέμεινε μέχρι τη δολοφονία του το 1920.
Η συμμετοχή του στο αντιβενιζελικό στρατόπεδο έγινε αφορμή, όταν μαθεύτηκε η δολοφονική απόπειρα στο Παρίσι εναντίον του Βενιζέλου, να συλληφθεί σε ενέδρα ανδρών της ασφαλείας του τότε αρχηγού της Χωροφυλακής Εμμανουήλ Ι. Ζυμβρακάκη και εν τέλει να δολοφονηθεί στην Αθήνα, στο σημείο όπου πλέον έχει ανεγερθεί η σχετική αναμνηστική στήλη. Ως ηθικοί αυτουργοί, διατάξαντες την εκτέλεση, κατηγορήθηκαν οι Παύλος Γύπαρης (διοικητής του παρακρατικού σώματος που συνέλαβε τον Δραγούμη, απών όμως κατά τη σύλληψη και την εκτέλεση), Εμμανουήλ Ρέπουλης (αντιπρόεδρος και επικεφαλής στο εσωτερικό της κυβερνήσεως του απουσιάζοντος στο εξωτερικό Ελευθερίου Βενιζέλου), Εμμανουήλ Μπενάκης (παλαιός υπουργός του Βενιζέλου, κατηγορηθείς, μετά θάνατον όμως, από τον ίδιον τον Γύπαρη στο δικαστήριο του 1935 ως διατάξας την εκτέλεση). Δεν προέκυψαν όμως επαρκείς αποδείξεις εις βάρος τους, ενώ οι ίδιοι πάντοτε επέμεναν για την αθωότητά τους και αθωώθηκαν στη δίκη που έγινε το Νοέμβριο του 1922 υπό την επαναστατική κυβέρνηση Πλαστήρα-Γονατά. Επικεφαλής του αποσπάσματος ήταν ο λοχίας Σαρτζέτης. Κατά τραγική ειρωνεία ο Ίων Δραγούμης συνελήφθη πηγαίνοντας στο γραφείου του περιοδικού που εξέδιδε τότε (Πολιτική Επιθεώρηση), για να γράψει άρθρο που να καταγγέλλει την απόπειρα δολοφονίας κατά του Βενιζέλου. Ο ίδιος ο Βενιζέλος, στο Παρίσι, όταν του ανήγγειλαν τη δολοφονία του Δραγούμη αναφώνησε συγκλονισμένος: «Φρικτό! Φρικτό! Φρικτό!».
Κυβερνητικό ανακοινωθέν της 1ης Αυγούστου 1920, σχετικά με τα έκτροπα που ακολούθησαν τη γνωστοποίηση της απόπειρας δολοφονίας κατά του Ελευθέριου Βενιζέλου, καταλήγει:
Οι πλείστοι των Αρχηγών της Αντιπολιτεύσεως συνελήφθησαν, καθ’ όσον υπάρχουσι σοβαραί ενδείξεις, ότι ενέχονται εις την δολοφονικήν απόπειραν. Ο εκ των Αρχηγών της συνεργαζόμενης αντιπολιτεύσεως Ιωάν. Δραγούμης, συλληφθείς επίσης, απεπειράθη να διαφύγη. Εφ’ ω, πυροβοληθείς, εφονεύθη.
Μνημείο Ίωνα Δραγούμη
Στο σημείο της εκτελέσεως (σήμερα λεωφόρος Βασιλίσσης Σοφίας, απέναντι από το ξενοδοχείο «Χίλτον») ανεγέρθηκε το 1921 μνημείο, λευκή κολώνα, όπως είχε ζητήσει με τους στίχους του ο Κωστής Παλαμάς, στη Νεκρική ωδή που είχε συνθέσει (8 Αυγ. 1920) εις μνήμην του Δραγούμη: «Λευκή, ας βαλθή όπου έπεσες, κολώνα, / (Πώς έπεσες, γραφή να μην το λέει) / λευκή, με της Πατρίδας την εικόνα. / Μόνο εκείνη ταιριάζει να σε κλαίει, / βουβή, μαρμαρωμένη να σε κλαίει.» Οι στίχοι αυτοί χαράχθηκαν στο μνημείο.
Κατά τη δεκαετία του 1980 στήθηκε ανδριάντας του Ίωνα Δραγούμη στην Πλατεία Μακεδονομάχων Θεσσαλονίκης, έργο του γλύπτη Γιάννη Παππά. Το χωριό πρώην Στράιστα της Πέλλας μετονομάσθηκε προς τιμήν του Δραγούμη, Ίδα.
Ο ελληνοκεντρισμός του, μαζί με τον ρομαντικό και ηρωικό του χαρακτήρα, αλλά και τον αριστοκρατικό και φιλελεύθερο μαζί τρόπο ζωής του δημιούργησαν έναν μύθο, μια «προσωπική μυθολογία» για τον Δραγούμη, όπως σημείωσε ο Οδυσσέας Ελύτης.
Ο Οδυσσέας Ελύτης περιγράφει την πολύπλευρη και συναρπαστική προσωπικότητα του Δραγούμη, σημειώνοντας ότι ο Δραγούμης υπήρξε «αριστοκράτης», από αυτούς που «κατακτούν με το σπαθί τους τις ιδιότητες που συνεπάγεται» η λέξη, «γλυκοαίματος και θανάσιμα μισητός, άνθρωπος των σαλονιών και των κομιτάτων, δημοτικιστής και γόνος καθαρολόγων, σεμνός και ερωτιάρης, εχθρός της μικρής και εντίμου Ελλάδος αλλ’ αδελφικός φίλος του βασιλέως, μακράν μέχρι θανάτου από τον Ελευθέριο Βενιζέλο και οραματιστής κοινός μιας άλλου είδους μεγάλης Ελλάδας. Αυτές όλες οι πέρλες, δε συνθέτουν μόνον ένα μυστηριώδες όνομα, παρά γεννούν μια προσωπική μυθολογία, που με γέμιζε γοητεία σ’ όλη την πρώτη μου νεότητα. […] Στη Σαμοθράκη του εξακολουθώ να βρίσκω ίσαμε σήμερα τον λεπτοφυή συγγραφέα και πατριώτη από πηγή. […] Στο βάθος το ήξερε καλά κι ο ίδιος όταν έλεγε: «Να μεγαλώνω σα φυτό στη Ρωμιοσύνη μέσα. Σκοπό να μην έχω, παρά να είμαι εγώ ο σκοπός μου. Να περνώ στη Ρωμιοσύνη μέσα σαν άστρο που λάμπει στο σκοτάδι. Η μορφή μου, περνώντας, να ξυπνά τους άλλους και να θέλουν να τη μιμούνται…»
Ο Νίκος Καζαντζάκης έγραψε ότι «Ο Ίων Δραγούμης κι ο Πέτρος Βλαστός είναι, θαρρώ, οι δυο άνθρωποι που περισσότερο τίμησα και αγάπησα στη ζωή μου».
Κατά τον Άγγελο Σικελιανό ο Δραγούμης υπήρξε ο «απόστολος μιας θρησκείας που θα στηριζόταν στην παγκόσμια συνθετική Εποπτεία και Σκέψη των μεγάλων Προσωκρατικών» και ερμηνεύοντας την προσπάθεια του Δραγούμη «να βρει τον ενιαίο Ρυθμό του Εθνικισμού, του Σοσιαλισμού και του Ανατολισμού» αναφέρει τον πολιτικό στοχασμό του Ηρακλείτου για «μιαν Υπερελληνικήν Οργάνωση».
