Οι καλές επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας το α’ εξάμηνο του 2024, σε συνδυασμό με τη διαθέσιμη πληροφόρηση και τους πρόδρομους δείκτες για το β’ εξάμηνο, οδηγούν την ετήσια πρόβλεψη για την ανάπτυξη του ΑΕΠ κοντά στο 2,3% το 2024, όταν για το σύνολο της ευρωζώνης η ανάπτυξη αναμένεται να είναι 0,8%, ανέφερε μεταξύ άλλων ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας σε συνέντευξη του στο ΒΗΜΑ.
Η ελληνική οικονομία επέδειξε ανθεκτικότητα το 2024 και συνεχίζει να αναπτύσσεται με ικανοποιητικό ρυθμό, σημαντικά υψηλότερο από τον αντίστοιχο της ευρωζώνης, παρά την αυστηρή νομισματική πολιτική και τις γεωπολιτικές αναταράξεις.
Ο κ. Στουρνάρας εξήγησε ότι βασική συνιστώσα της ανάπτυξης ήταν η εγχώρια ζήτηση, προερχόμενη κυρίως από την ιδιωτική κατανάλωση, αλλά και από τις επενδύσεις. H συμβολή του εξωτερικού τομέα ήταν αρνητική, καθώς οι εξαγωγές αγαθών φαίνεται ότι επηρεάστηκαν από την επιδείνωση του διεθνούς περιβάλλοντος, ενώ παράλληλα καταγράφηκε άνοδος των εισαγωγών αγαθών και υπηρεσιών.
Το 2025, η ελληνική οικονομία προβλέπεται να αναπτυχθεί κοντά στο 2,5%, σημειώνοντας αρκετά υψηλότερο ρυθμό ανάπτυξης σε σύγκριση με την ευρωζώνη (περίπου 1,2%). Η εξέλιξη αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς ενισχύει τη διαδικασία σύγκλισης του πραγματικού κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας προς τα μέσα επίπεδα της ΕΕ, διαδικασία που διακόπηκε κατά τη διάρκεια της κρίσης δημόσιου χρέους που βίωσε η ελληνική οικονομία.
Για το 2025, οι κύριοι μοχλοί της οικονομικής δραστηριότητας θα συνεχίσουν να είναι οι επενδυτικές δαπάνες, χάρη και στη συνεισφορά των ευρωπαϊκών κονδυλίων, και ειδικότερα του μηχανισμού ανάκαμψης και ανθεκτικότητας (RRF), και της ιδιωτικής κατανάλωσης, λόγω της αύξησης του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος από την άνοδο της απασχόλησης και την αναμενόμενη μείωση του πληθωρισμού.
Επιπλέον, η αναμενόμενη μείωση του λόγου του δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ (κάτω από 150% ως ποσοστό του ΑΕΠ) το 2025, παράλληλα με την επίτευξη πρωτογενών δημοσιονομικών πλεονασμάτων, εκτιμάται ότι θα συμβάλει στη μείωση του κινδύνου της χώρας και στην περαιτέρω βελτίωση του επενδυτικού κλίματος και σε περαιτέρω αναβαθμίσεις της πιστοληπτικής αξιολόγησης των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου.
Οι μακροοικονομικές εξελίξεις είναι όντως θετικές, καθώς πέρα από όσα ανέφερα προηγουμένως παρατηρείται αύξηση του ονομαστικού αλλά και του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών τα τελευταία χρόνια, η οποία υποστηρίζεται από την άνοδο της απασχόλησης και των ονομαστικών μισθών, καθώς και από την σταδιακή υποχώρηση του πληθωρισμού σε επίπεδα κοντά στο 3%.
Επιπρόσθετα, από την έναρξη της ενεργειακής κρίσης η κυβέρνηση έχει υλοποιήσει σημαντικές δημοσιονομικές παρεμβάσεις για τη στήριξη των εισοδημάτων των ευάλωτων νοικοκυριών. Στη στήριξη των εισοδημάτων συνέβαλαν καθοριστικά διαδοχικές κυβερνητικές παρεμβάσεις στήριξης των συνταξιούχων, οι αυξήσεις που δόθηκαν στους δημόσιους υπαλλήλους και κυρίως οι διαδοχικές αυξήσεις του κατώτατου μισθού, που οδήγησαν σε σωρευτική αύξησή του κατά περίπου 48% την τελευταία εξαετία. Ωστόσο, σε υψηλότερα μισθολογικά κλιμάκια, οι μισθοί παρέμειναν σχετικά σταθεροί σε ονομαστικούς όρους, ενώ σε πραγματικούς όρους μειώθηκαν σημαντικά λόγω του πληθωρισμού.
H αύξηση των τιμών διεθνώς τα τελευταία έτη επιβαρύνει δυσανάλογα τα φτωχότερα νοικοκυριά που καταναλώνουν μεγαλύτερο ποσοστό του εισοδήματός τους και επηρεάζονται περισσότερο από τις ανατιμήσεις στην ενέργεια και στα είδη πρώτης ανάγκης. Το μερίδιο της μέσης δαπάνης για είδη διατροφής και στέγαση (περιλαμβάνει ηλεκτρισμό, φυσικό αέριο και άλλα καύσιμα θέρμανσης) των νοικοκυριών του φτωχότερου 20% του πληθυσμού ανέρχεται στο 58% των δαπανών τους, ενώ το αντίστοιχο μερίδιο του πλουσιότερου 20% του πληθυσμού ανέρχεται στο 36%. Ομοίως, η άνοδος στις τιμές των ακινήτων και των ενοικίων οξύνει το πρόβλημα της στέγασης για τα ελληνικά νοικοκυριά.
Η περαιτέρω εξομάλυνση των τιμών της ενέργειας και των ειδών διατροφής θα απαλύνουν τις πληθωριστικές πιέσεις, ιδιαίτερα για τα πιο φτωχά νοικοκυριά. Επιπλέον, οι κυβερνητικές πρωτοβουλίες για την αντιμετώπιση του οξυμένου στεγαστικού προβλήματος, ιδιαίτερα για τους νέους, αναμένεται να φέρουν σύντομα αποτέλεσμα, ενώ και η εφαρμογή των προβλεπόμενων στον προϋπολογισμό του 2025 μέτρων στήριξης για τις ευάλωτες ομάδες και τους συνταξιούχους θα έχουν θετικό αντίκτυπο. Σε κάθε περίπτωση, εκτιμάται ότι η διατήρηση και επιτάχυνση του αναπτυξιακού ρυθμού τα επόμενα χρόνια είναι η βασική προϋπόθεση για την ενίσχυση των εισοδημάτων, την ανακούφιση των φτωχότερων νοικοκυριών και την περαιτέρω μείωση των ανισοτήτων.
Σε ένα διεθνές περιβάλλον όπου σωρεύονται νέες αβεβαιότητες, η ενδυνάμωση της μεταρρυθμιστικής προσπάθειας αποτελεί καταλύτη για την περαιτέρω θωράκιση της ανθεκτικότητας της ελληνικής οικονομίας. Οι προτεραιότητες της οικονομικής πολιτικής τα επόμενα χρόνια πρέπει να εστιάσουν σε κρίσιμες διαρθρωτικές αλλαγές που θα ενισχύσουν την παραγωγικότητα της οικονομίας.
Βασική προτεραιότητα είναι η επιτάχυνση της απονομής δικαιοσύνης, με στόχο τη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος και την προσέλκυση επενδύσεων, αξιοποιώντας μέτρα όπως η ψηφιοποίηση των διαδικασιών, η αναδιοργάνωση των δικαστηρίων (με την εφαρμογή του νέου δικαστικού χάρτη) και την προώθηση εναλλακτικών μηχανισμών επίλυσης διαφορών.
Παράλληλα, η τόνωση της αποταμίευσης (κυρίως των νοικοκυριών) είναι απαραίτητη για την αντιμετώπιση της εξάρτησης από εξωτερικό δανεισμό και τη χρηματοδότηση επενδύσεων, μέσω μέτρων όπως η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, η ανάπτυξη της αγοράς κεφαλαίων, η υποστήριξη της ιδιωτικής ασφάλισης και του κεφαλαιοποιητικού χαρακτήρα της κοινωνικής ασφάλισης, καθώς και η προώθηση του χρηματοοικονομικού αλφαβητισμού.
Επίσης, θα πρέπει να ληφθούν μέτρα για την ενδυνάμωση του ανταγωνισμού στις αγορές αγαθών και υπηρεσιών, με την άρση περιοριστικών πρακτικών και τη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος. Παράλληλα, η μείωση της γραφειοκρατίας και η αποτελεσματικότερη δημόσια διοίκηση, μέσω ψηφιοποίησης και απλοποίησης διαδικασιών, θα υποστηρίξουν την επιχειρηματικότητα.
Στην αγορά εργασίας, η αύξηση της συμμετοχής στο εργατικό δυναμικό, ιδιαίτερα γυναικών και νέων, και η ένταξη των μεταναστών, είναι κρίσιμες προϋποθέσεις για την αντιμετώπιση των ελλείψεων και την ενίσχυση της παραγωγικότητας. Επιπλέον, η ανάπτυξη ψηφιακών δεξιοτήτων και η επένδυση σε εκπαίδευση και κατάρτιση είναι αναγκαίες για την προσαρμογή στις τεχνολογικές εξελίξεις και τη δημιουργία μιας ανθεκτικής οικονομίας.
Η βελτίωση των δημοσιονομικών μεγεθών, όπως τα πρωτογενή πλεονάσματα και η ταχεία αποκλιμάκωση του χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ, είναι ενθαρρυντική και αποδεικνύει την πρόοδο που έχει επιτευχθεί στη δημοσιονομική πειθαρχία, τη φορολογική συμμόρφωση και την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής. Ωστόσο, η Ελλάδα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει προκλήσεις.
Το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ εξακολουθεί να είναι το υψηλότερο στην Ευρώπη, ενώ το έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών παραμένει επίμονα αυξημένο. Απρόβλεπτες και συχνές κρίσεις, όπως αυτές που σχετίζονται με την κλιματική αλλαγή και τις φυσικές καταστροφές, καθιστούν κρίσιμη τη διατήρηση ενός ικανοποιητικού δημοσιονομικού αποθεματικού. Παράλληλα, οι ανάγκες για δημόσιες επενδύσεις, κυρίως στους τομείς της πράσινης και ψηφιακής μετάβασης, θα αυξηθούν τα επόμενα χρόνια.
Μια επιθετική μείωση των φόρων, παρά την ελκυστικότητά της, εγκυμονεί κινδύνους εάν δεν συνοδευτεί από στοχευμένες μεταρρυθμίσεις που διασφαλίζουν τη δημοσιονομική βιωσιμότητα. Παρά τη σημαντική πρόοδο στη μείωση της φοροδιαφυγής, το κενό ΦΠΑ παραμένει από τα υψηλότερα στην Ευρώπη, ενώ ορισμένες επαγγελματικές ομάδες εξακολουθούν να μην συμβάλλουν επαρκώς στα φορολογικά βάρη.
Η μείωση των έμμεσων φόρων, όπως ο ΦΠΑ, ενέχει τον κίνδυνο απώλειας σημαντικών εσόδων. Δεδομένου ότι ο κρατικός προϋπολογισμός εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από αυτούς τους φόρους, μια μείωση θα μπορούσε να αποσταθεροποιήσει τη δημοσιονομική ισορροπία, ενώ δεν είναι βέβαιο ότι το όφελος θα φτάσει στον καταναλωτή, καθώς υπάρχει ο κίνδυνος οι επιχειρήσεις να αυξήσουν τα περιθώρια κέρδους τους αντί να μειώσουν τις τιμές. Επιπλέον, η μείωση του ΦΠΑ ενισχύει την κατανάλωση και επιβαρύνει ακόμα περισσότερο το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών.
Παράλληλα, δεν θα πρέπει να λησμονούμε ότι η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών τα τελευταία χρόνια και η μεταρρύθμιση της φορολογίας εισοδήματος του 2020 έχει οδηγήσει σε μείωση της συνολικής φορολογικής επιβάρυνσης (ή ‘φορολογική σφήνα’) των εργαζομένων.
Για να είναι βιώσιμη οποιαδήποτε φορολογική ελάφρυνση, απαιτείται μια ολοκληρωμένη στρατηγική που να περιλαμβάνει τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης, τη δίκαιη κατανομή των φορολογικών βαρών και τη συνέχιση των μεταρρυθμίσεων για την ενίσχυση της φορολογικής συμμόρφωσης. Παράλληλα, οι άμεσοι φόροι μπορούν να ανασχεδιαστούν ώστε να διανέμουν τα φορολογικά βάρη πιο δίκαια. Συνεπώς, ενώ η μείωση των φόρων είναι επιθυμητή, πρέπει να υλοποιηθεί με μέτρο και προσοχή, λαμβάνοντας υπόψη τη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών και την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας.
Για τη συγχώνευση της Attika Bank και τη Παγκρήτιας είπε ότι η εξυγίανση των δύο αυτών τραπεζών μέσω της ολοκλήρωσης της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου και της ένταξης των τιτλοποιήσεων «κόκκινων δανείων» στο σχήμα του «Ηρακλή», αποτελεί ορόσημο για την οριστική εξυγίανση του τραπεζικού τομέα στην Ελλάδα. Η νέα αυτή τράπεζα, σε συνδυασμό με άλλες μικρές τράπεζες που διαθέτουν εξίσου υγιή ισολογισμό, μπορούν σαφώς να ενισχύσουν τον ανταγωνισμό στον εγχώριο τραπεζικό τομέα, ιδίως όσον αφορά την τιμολόγηση ορισμένων τραπεζικών προϊόντων αλλά και την παροχή πιστώσεων σε μικρές και μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Δεν απέκλεισε μάλιστα το ενδεχόμενο να μπουν νέοι επενδυτές από Ελλάδα και εξωτερικό στις λιγότερο σημαντικές τράπεζες, που θα τις ενισχύσουν κεφαλαιακά, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη δυνατότητά τους να ανταγωνιστούν τις τέσσερις σημαντικές τράπεζες. Το είδαμε πρόσφατα στην περίπτωση της Τράπεζας Αττικής και της τράπεζας Αegean Baltic Bank, ενώ δεν αποκλείω να υπάρξει κινητικότητα ακόμα και στις μικρότερες συνεταιριστικές τράπεζες, κάποιες εκ των οποίων επιθυμούν τη λήψη πανελλαδικής άδειας.
Η Τράπεζα της Ελλάδος έχει από καιρό αναδείξει τη σημασία της περαιτέρω βελτίωσης της ποιότητας των εποπτικών ιδίων κεφαλαίων των τραπεζών, ανέφερε ο κ. Στουρνάρας. Με βάση τα πιο πρόσφατα στοιχεία, περίπου 12,3 δις ευρώ οριστικών και εκκαθαρισμένων αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων περιλαμβάνονται στα εποπτικά ίδια κεφάλαιά τους και αποτελούν σχεδόν το ήμισυ των κεφαλαίων κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 (CET1 capital).
Είναι προφανές λοιπόν ότι η πρωτοβουλία των τραπεζών για την ταχύτερη επίλυση του τελευταίου κατάλοιπου της τραπεζικής κρίσης της περασμένης δεκαετίας και τη βελτίωση της ποιότητας των εποπτικών κεφαλαίων τους είναι καλοδεχούμενη, και αναμένεται να είναι ένας από τους παράγοντες που θα ληφθούν υπόψη στην εποπτική αξιολόγηση της μερισματικής πολιτικής των τραπεζών.
