Σοβαρές οικονομικές δυσκολίες που αφορούν την κάλυψη έκτακτων αλλά και αναγκαίων δαπανών και αγγίζουν τα 480 ευρώ αντιμετωπίζει η πλειοψηφία του φτωχού πληθυσμού της χώρας (το 81,9%) εν αντιθέσει με το 34,6% που είναι πλούσιο σύμφωνα με την έρευνα εισοδήματος και συνθηκών διαβίωσης των νοικοκυριών του 2024 (περίοδος αναφοράς εισοδήματος το 2023)που έδωσε στη δημοσιότητα η Ελληνική Στατιστική Αρχή.
Ειδικότερα:
Η υλική και κοινωνική στέρηση το 2024 (δείκτης «Ευρώπη 2030») αυξήθηκε κατά 0,5 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το 2023 (13,5%) στο σύνολο του πληθυσμού. Προκύπτει μείωση της υλικής και κοινωνικής στέρησης για τα παιδιά ηλικίας 0- 17 ετών, η οποία ανέρχεται σε 1,7 ποσοστιαίες μονάδες το 2024 (13,9%) σε σχέση με το 2023 (15,6%).
Όσον αφορά στην ηλικιακή ομάδα των ατόμων 65 ετών και άνω, παρατηρείται αύξηση της υλικής και κοινωνικής στέρησης κατά 0,5 ποσοστιαίες μονάδες το 2024 (12,8%) σε σχέση με το 2023 (12,3%). Στις ηλικίες 18 έως 64 ετών παρατηρείται αύξηση της υλικής και κοινωνικής στέρησης κατά 0,9 ποσοστιαίες μονάδες το 2024 (14,4%) σε σχέση με το 2023 (13,5%).
Με βάση τα στοιχεία, διαπιστώνεται κυρίως η οικονομική αδυναμία του πληθυσμού να αντικαταστήσουν τα φθαρμένα έπιπλα (56,5%), να πληρώσουν το ενοίκιο ή δόση δανείου ή πάγιους λογαριασμούς (42,8%), να καλύψουν έκτακτες αλλά αναγκαίες δαπάνες (43,9%) και να πληρώσουν για μια εβδομάδα διακοπών (46,0%).
Το ποσοστό του πληθυσμού που διαβιεί σε κατοικία με στενότητα χώρου ανέρχεται σε 27% για το σύνολο του πληθυσμού, σε 24,5% για τον μη φτωχό πληθυσμό και σε 36,9% για τον φτωχό πληθυσμό. Το ποσοστό του πληθυσμού που διαβιεί σε κατοικία με στενότητα χώρου το 2024 είναι μεγαλύτερο στην περίπτωση της ηλικιακής ομάδας έως και 17 ετών και ανέρχεται σε 40,9% για το σύνολο του πληθυσμού, σε 36,4% για τον μη φτωχό πληθυσμό και σε 56,7% για τον φτωχό πληθυσμό.
Το 34,4% του φτωχού πληθυσμού δηλώνει ότι στερείται διατροφής που περιλαμβάνει κάθε δεύτερη ημέρα κοτόπουλο, κρέας, ψάρι ή λαχανικά ίσης θρεπτικής αξίας, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό του μη φτωχού πληθυσμού εκτιμάται σε 5,6%.
Το 81,9% του φτωχού πληθυσμού και το 34,6% του μη φτωχού δηλώνει οικονομική δυσκολία να καλύψει έκτακτες, αλλά αναγκαίες δαπάνες ύψους περίπου 480 ευρώ. Παράλληλα, το 74,8% του φτωχού πληθυσμού δηλώνει αδυναμία πληρωμής μίας εβδομάδας διακοπών. Το αντίστοιχο ποσοστό του μη φτωχού πληθυσμού ανέρχεται σε 39%.
Ακόμη, το 43,6% του φτωχού πληθυσμού δηλώνει οικονομική αδυναμία για ικανοποιητική θέρμανση τον χειμώνα, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό του μη φτωχού πληθυσμού ανέρχεται σε 13%.
Το ποσοστό του πληθυσμού που δηλώνει επιβάρυνση από το κόστος στέγασης ανέρχεται σε 28,9%, ενώ το ποσοστό για τον φτωχό και για τον μη φτωχό πληθυσμό είναι 88,9% και 14,2%, αντίστοιχα.
Σύμφωνα με την έρευνα εισοδήματος και συνθηκών διαβίωσης των νοικοκυριών από την ΕΛΣΤΑΤ, η αύξηση του ποσοστού του κινδύνου φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού (δείκτης που συντίθεται από τους επιμέρους δείκτες του κινδύνου φτώχειας, της υλικής και κοινωνικής στέρησης και της χαμηλής έντασης εργασίας) οφείλεται στην αύξηση του ποσοστού κινδύνου φτώχειας, σε 19,6% το 2024 από 18,9% το 2023 και της υλικής και κοινωνικής στέρησης σε 14% το 2024 από 13,5% το 2023.
Ο κίνδυνος φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού είναι υψηλότερος στην περίπτωση των παιδιών ηλικίας 17 ετών και κάτω (27,9%), μειωμένος σε σχέση με το 2023 (28,1%).
Στην Αττική και στην Κρήτη τα πιο χαμηλά ποσοστά
Σε δύο Μεγάλες Γεωγραφικές Περιοχές (Αττική, Νησιά Αιγαίου και Κρήτη) καταγράφονται ποσοστά κινδύνου φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού χαμηλότερα από αυτό του συνόλου της χώρας, ενώ στις άλλες δύο Μεγάλες Γεωγραφικές Περιοχές (Βόρεια Ελλάδα, Κεντρική Ελλάδα) τα αντίστοιχα ποσοστά είναι υψηλότερα.
Το ποσοστό του κινδύνου φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού νοικοκυριών με έναν ενήλικα και τουλάχιστον ένα εξαρτώμενο παιδί ανέρχεται σε 43,7%, ενώ των νοικοκυριών με εξαρτώμενα παιδιά ανέρχεται σε 28,9% και των νοικοκυριών χωρίς εξαρτώμενα παιδιά σε 20,6%.
Ο πληθυσμός που βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού που διαβιεί σε ιδιόκτητη κατοικία με οικονομικές υποχρεώσεις ανέρχεται σε 22%, σε ιδιόκτητη κατοικία χωρίς οικονομικές υποχρεώσεις σε 24,6%, ενώ σε ενοικιασμένη κατοικία σε 32,2%.
Το κατώφλι της φτώχειας ανέρχεται στο ποσό των 6.510 ευρώ ετησίως για μονοπρόσωπο νοικοκυριό και σε 13.671 ευρώ για νοικοκυριά με δύο ενήλικες και δύο εξαρτώμενα παιδιά ηλικίας κάτω των 14 ετών. Το κατώφλι της φτώχειας ορίζεται στο 60% του διάμεσου συνολικού ισοδύναμου διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών, το οποίο εκτιμήθηκε σε 10.850 ευρώ, ενώ το μέσο ετήσιο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών της χώρας εκτιμήθηκε σε 20.103 ευρώ.
Το 19,6% του πληθυσμού ήταν σε κίνδυνο φτώχειας το 2024
Το 2024, το 19,6% του συνολικού πληθυσμού της χώρας ήταν σε κίνδυνο φτώχειας μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις, σημειώνοντας αύξηση κατά 0,7 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το προηγούμενο έτος.
Τα νοικοκυριά που βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας εκτιμώνται σε 842.421 σε σύνολο 4.298.067 νοικοκυριών και τα μέλη τους σε 1.996.833 στο σύνολο των 10.187.923 ατόμων του εκτιμώμενου πληθυσμού της χώρας που διαβιεί σε ιδιωτικά νοικοκυριά.
Ο κίνδυνος φτώχειας μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις, για παιδιά ηλικίας 0- 17 ετών (παιδική φτώχεια) ανέρχεται σε 22,4%, σημειώνοντας αύξηση κατά 0,6 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το 2023 (21,8%), ενώ για τις ομάδες ηλικιών 18- 64 ετών και 65 ετών και άνω ανέρχεται σε 19,1% (18,6% το 2023) και 18,8% (17,6% το 2023), αντίστοιχα.
Όσο υψηλότερο είναι το επίπεδο εκπαίδευσης τόσο μικρότερο είναι το ποσοστό του κινδύνου φτώχειας. Για το 2024, ο κίνδυνος φτώχειας εκτιμάται σε 28,2% για όσους έχουν ολοκληρώσει προσχολική, πρωτοβάθμια και το πρώτο στάδιο της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, σε 19,1% για όσους έχουν ολοκληρώσει το δεύτερο στάδιο της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και μεταδευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, και σε 7,1% για όσους έχουν ολοκληρώσει το πρώτο και το δεύτερο στάδιο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.
Οι εργαζόμενοι 18 ετών και άνω αντιμετωπίζουν χαμηλότερο κίνδυνο φτώχειας σε σύγκριση με τους ανέργους και τους οικονομικά μη ενεργούς. Το ποσοστό κινδύνου φτώχειας για τους εργαζομένους 18 ετών και άνω ανέρχεται σε 10,5%, σημειώνοντας αύξηση κατά 0,6 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το 2023.
Μείωση κατά 0,1 ποσοστιαίες μονάδες παρουσίασε το ποσοστό κινδύνου φτώχειας για τις εργαζόμενες γυναίκες 18 ετών και άνω, και αύξηση κατά 1,1 ποσοστιαίες μονάδες το ποσοστό για τους εργαζόμενους άνδρες, με τα αντίστοιχα ποσοστά να διαμορφώνονται σε 7,3% και 12,9%.
Για τους ανέργους, ο κίνδυνος φτώχειας είναι σημαντικά μεγαλύτερος και ανέρχεται σε 49,2%, παρουσιάζοντας σημαντική διαφορά μεταξύ ανδρών και γυναικών (61% και 40,7% αντίστοιχα). Ο κίνδυνος φτώχειας για όσους είναι οικονομικά μη ενεργοί (μη συμπεριλαμβανομένων των συνταξιούχων) αυξήθηκε κατά 0,5 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το 2023 και ανήλθε σε 31,9%.
Ο κίνδυνος φτώχειας για τους εργαζομένους με πλήρη απασχόληση ανέρχεται σε 9,8%, ενώ για τους εργαζομένους με μερική απασχόληση ανέρχεται σε 20,6%.
Το ποσοστό κινδύνου φτώχειας πριν από όλες τις κοινωνικές μεταβιβάσεις (δηλαδή μη συμπεριλαμβανομένων των κοινωνικών επιδομάτων και των συντάξεων στο συνολικό διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών) ανέρχεται σε 45% ενώ, όταν περιλαμβάνονται μόνο οι συντάξεις και όχι τα κοινωνικά επιδόματα, μειώνεται στο 23,5%.
Αναφορικά με τα κοινωνικά επιδόματα, επισημαίνεται ότι αυτά περιλαμβάνουν παροχές κοινωνικής βοήθειας (όπως το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα, το επίδομα στέγασης, το επίδομα θέρμανσης κ.λπ.), οικογενειακά επιδόματα (όπως επιδόματα τέκνων), καθώς και επιδόματα ή βοηθήματα ανεργίας, ασθένειας, αναπηρίας ή ανικανότητας, ή και εκπαιδευτικές παροχές.
Το ποσοστό κινδύνου φτώχειας μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις ανέρχεται σε 19,6%, ως εκ τούτου διαπιστώνεται ότι τα κοινωνικά επιδόματα συμβάλλουν στη μείωση του ποσοστού του κινδύνου φτώχειας κατά 3,9 ποσοστιαίες μονάδες ενώ, εν συνεχεία, οι συντάξεις κατά 21,5 ποσοστιαίες μονάδες. Το σύνολο των κοινωνικών μεταβιβάσεων μειώνει το ποσοστό του κινδύνου φτώχειας κατά 25,4 ποσοστιαίες μονάδες.
Τέλος, το 13,3 % των νοικοκυριών δήλωσε ότι το εισόδημά του αυξήθηκε κατά τους τελευταίους δώδεκα μήνες, το 10,2% των νοικοκυριών δήλωσε ότι μειώθηκε και το 76,6% των νοικοκυριών ότι παρέμεινε το ίδιο. Το μέσο ισοδύναμο ατομικό διαθέσιμο εισόδημα ανήλθε σε 12.391 ευρώ, αυξημένο κατά 7,3% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος. Για το 2024, η κύρια πηγή εισοδήματος των νοικοκυριών της χώρας είναι το εισόδημα από εργασία (70,6%) και ακολουθεί το εισόδημα από συντάξεις (23,4%).
Ευημερία πληθυσμού:
- πλήρως ικανοποιημένο από τη ζωή του, δηλώνει το 5,3% του πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω, ενώ καθόλου ικανοποιημένο δηλώνει το 0,9%.
- πολύ ικανοποιημένο από τη ζωή του δηλώνει το 57,5% του πληθυσμού.
- ποσοστό 32,6% του φτωχού πληθυσμού6 δηλώνει καθόλου έως λίγο ικανοποιημένο από τη ζωή του, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για τον μη φτωχό πληθυσμό ανέρχεται σε 8,6%. Πλήρως ικανοποιημένο από τη ζωή του δηλώνει το 2,8% του φτωχού πληθυσμού και το 5,9% του μη φτωχού πληθυσμού.
- πλήρη εμπιστοσύνη στους ανθρώπους, δηλώνει το 1,4% του πληθυσμού, ενώ καθόλου εμπιστοσύνη στους ανθρώπους δηλώνει το 7,8%.
- μεγάλη εμπιστοσύνη στους ανθρώπους δηλώνει το 28,7% του πληθυσμού.
- ποσοστό 39,2% του φτωχού πληθυσμού δηλώνει ότι δεν εμπιστεύεται τους άλλους καθόλου ή τους εμπιστεύεται λίγο, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για τον μη φτωχό πληθυσμό ανέρχεται σε 39,3%. Πλήρη εμπιστοσύνη στους ανθρώπους δηλώνει το 0,9% του φτωχού πληθυσμού και το 1,5% του μη φτωχού πληθυσμού.
