Σοβαρές κοινωνικές ανισότητες εξακολουθούν να αποτυπώνονται στον ευρωπαϊκό χάρτη της ενεργειακής φτώχειας, καθώς σχεδόν ένας στους δέκα πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης δηλώνει ότι αδυνατεί να διατηρήσει το σπίτι του επαρκώς ζεστό κατά τους χειμερινούς μήνες. Σύμφωνα με τα στοιχεία του 2024 που δημοσιοποίησε η Eurostat, το 9,2% του πληθυσμού της ΕΕ αντιμετωπίζει δυσκολίες στην επαρκή θέρμανση της κατοικίας του, ποσοστό μειωμένο κατά 1,4 ποσοστιαίες μονάδες σε σύγκριση με το 2023, εξέλιξη που υποδηλώνει μια συγκρατημένη αλλά όχι καθολική βελτίωση.
Ελλάδα και Βουλγαρία στην κορυφή της αρνητικής κατάταξης
Παρά τη συνολική υποχώρηση του φαινομένου σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η εικόνα διαφέρει αισθητά μεταξύ των κρατών-μελών. Η Ελλάδα και η Βουλγαρία καταγράφουν το υψηλότερο ποσοστό πολιτών που δηλώνουν αδυναμία επαρκούς θέρμανσης, με 19% του πληθυσμού σε κάθε χώρα να αντιμετωπίζει το πρόβλημα.
Πρόκειται για σχεδόν έναν στους πέντε πολίτες, στοιχείο που αναδεικνύει τη συνεχιζόμενη πίεση που ασκούν το κόστος ενέργειας και τα χαμηλά εισοδήματα σε μεγάλα τμήματα της κοινωνίας.
Οι χώρες που ακολουθούν και οι πιο «ανθεκτικές»
Στη λίστα των χωρών με υψηλά ποσοστά ενεργειακής στέρησης ακολουθούν η Λιθουανία, όπου το 18% του πληθυσμού δηλώνει αντίστοιχες δυσκολίες, και η Ισπανία με ποσοστό 17,5%.
Στον αντίποδα, τα χαμηλότερα ποσοστά καταγράφονται κυρίως σε χώρες της Βόρειας και Κεντρικής Ευρώπης. Η Φινλανδία εμφανίζει το μικρότερο ποσοστό στην ΕΕ, με μόλις 2,7% του πληθυσμού να δηλώνει ότι δεν μπορεί να θερμάνει επαρκώς το σπίτι του. Ακολουθούν η Πολωνία και η Σλοβενία με 3,3%, καθώς και η Εσθονία και το Λουξεμβούργο με 3,6%.
Μικρή βελτίωση, μεγάλες ανισότητες
Τα στοιχεία της Eurostat δείχνουν ότι, παρά τη συνολική αποκλιμάκωση του φαινομένου σε ευρωπαϊκό επίπεδο, οι ανισότητες μεταξύ των κρατών-μελών παραμένουν έντονες. Η ενεργειακή φτώχεια εξακολουθεί να πλήττει δυσανάλογα τις χώρες του Νότου και της Ανατολικής Ευρώπης, αναδεικνύοντας τη σύνδεσή της με το εισόδημα, το κόστος ζωής και τις ενεργειακές υποδομές.
Η εικόνα αυτή ενισχύει τις πιέσεις για στοχευμένες πολιτικές στήριξης των ευάλωτων νοικοκυριών, καθώς και για μακροπρόθεσμες παρεμβάσεις που θα περιορίσουν τη δομική ενεργειακή ανασφάλεια σε χώρες όπως η Ελλάδα.
