Αναδρομικό «αποτύπωμα» φαίνεται πως αποκτά η απόφαση του Αρείου Πάγου για τον τρόπο εκτοκισμού στα δάνεια που έχουν υπαχθεί στον νόμο Κατσέλη, με την αγορά να περιμένει πλέον την καθαρογραφή για να κλειδώσει το εύρος και τις τελικές συνέπειες.
Τι «γράφει» η εισήγηση και γιατί ανεβαίνει το ρίσκο για τις τράπεζες
Η εισήγηση πάνω στην οποία στηρίζεται η απόφαση προβλέπει ότι ο νέος τρόπος υπολογισμού των τόκων εφαρμόζεται αναδρομικά. Αυτό μεταφράζεται σε μεγαλύτερη επιβάρυνση για τράπεζες και διαχειριστές, όχι τόσο επειδή «δεν βγαίνουν» οι αριθμοί, αλλά επειδή η διαδικασία γίνεται σύνθετη: πολλά από αυτά τα δάνεια έχουν αλλάξει χέρια, μία ή και δύο φορές, με μεταβιβάσεις και τιτλοποιήσεις.
Εξαίρεση σε αυτό το πεδίο αποτελεί η Eurobank, καθώς δεν χρέωνε τόκους στα στεγαστικά Κατσέλη έως τη μεταβίβασή τους στα τιτλοποιούμενα χαρτοφυλάκια.
Οι αριθμοί που δείχνουν το μέγεθος και η «γκρίζα ζώνη» με τα επιτόκια
Στα χαρτοφυλάκια των τραπεζών παραμένουν δάνεια αυτής της κατηγορίας περίπου 400 εκατ. ευρώ που εξυπηρετούνται κανονικά, ενώ στους servicers έχουν περάσει δάνεια που εκτιμώνται γύρω στα 4,5 δισ. ευρώ.
Το ερώτημα που «μετράει» περισσότερο τώρα είναι αν το σκεπτικό της απόφασης αφορά δάνεια σταθερού ή κυμαινόμενου επιτοκίου. Κι αυτό γιατί η περίμετρος αλλάζει σημαντικά, οι υπολογισμοί της αγοράς δείχνουν ότι περίπου το 75%–80% των δανείων Κατσέλη ήταν κυμαινόμενου επιτοκίου, ενώ τα υπόλοιπα ήταν σταθερού.
Με απλά λόγια: αν η τελική γραμμή «πιάνει» κυρίως τα σταθερά, το πεδίο περιορίζεται. Αν «αγκαλιάζει» και τα κυμαινόμενα, η άσκηση μεγαλώνει.
Πότε αναμένεται να βγει και γιατί τη χαρακτηρίζουν «πρωτοφανή»
Παρότι η καθαρογραφή αποφάσεων του Ανώτατου Δικαστηρίου συχνά καθυστερεί, δικαστικές εκτιμήσεις δείχνουν ότι η συγκεκριμένη δεν θα τραβήξει χρονικά, ακριβώς επειδή θεωρείται απόφαση με ευρύτερη βαρύτητα.
Κύκλοι που παρακολουθούν το θέμα τη χαρακτηρίζουν «πρωτοφανή», καθώς –όπως σημειώνουναλλάζει τον τρόπο εκτοκισμού που θεωρείται διεθνώς δεδομένος, άρα δύσκολα «παγώνει» στο συρτάρι.
Σε κάθε περίπτωση, το «σήμα» της καθαρογραφής θα δείξει δύο πράγματα μαζί: πόσο πίσω πάει η εφαρμογή (αναδρομικά ή όχι) και ποιο κομμάτι του χαρτοφυλακίου (σταθερό/κυμαινόμενο) ανοίγει πραγματικά ο φάκελος.
Όσο πλησιάζει η δημοσιοποίηση, τόσο ξεκαθαρίζει ότι το ζήτημα δεν είναι μόνο λογιστικό. Είναι και επιχειρησιακό, ποιος έχει σήμερα το δάνειο, τι έχει πληρωθεί, πώς επανυπολογίζεται, και ποιος «τρέχει» τις αλλαγές στην πράξη.
